Τρίτη 31 Αυγούστου 2010








Basel-amsterdam-basel






Και έφτασε η πολυπόθητη μέρα που πήραμε το αεροπλάνο για να πάμε για άλλες χώρες Οταν το αεροπλάνο πετούσε πάνω απο τα καταπράσινα σαν απο καρτ ποστάλ χωράφια της Ελβετίας με τα σπίτια με τις τριγωνικές σκεπές καταλάβαμε ότι είμασταν κατά κάποιο τρόπο κι μεις μέρος της κάρτας, ανεβήκαμε σε ένα πεντακάθαρο τρένο που έφυγε 2-3 λεπτά πριν την ώρα του για τον κεντρικό σταθμό της πόλης, μετά πήραμε ένα εξίσου ακριβές τράμ για να φτάσουμε στο φουλ εξοπλισμένο διαμέρισμα που είχαμε κλείσει και να ξεχυθούμε έξω να γνωρίσουμε την πόλη χωρίς φανάρια (δε χρειάζονται, αφού όλοι κρατούν τις προτεραιότητες, πρώτα οι πεζοί, μετά τα ποδήλατα και μετά τα αυτοκίνητα που ήταν ελάχιστα) αυτό που μας έκανε εντύπωση μετά απο την ανυπαρξία φαναριών ήταν η ησυχία που υπήρχε, νομίζω πως μόνο εμείς ακουγόμασταν.
Ο πολιτισμός σε όλο του το μεγαλείο, καθαρά πεζοδρόμια και δρόμοι, τέλεια μέσα μαζικής μεταφορά, με πρόσβαση σε άτομα με ειδικές ανάγκες. Ο Ρήνος με τα ορμητικά νερά του που της δίνει και τη μεγαλύτερη ομορφιά, αλλά μετά τις 6 το απόγευμα το μόνο που μένει ανοιχτό είναι κάποια εστιατόρια και μπυραρίες κι αυτά ελάχιστα και μη φανταστείς μέχρι τις 11 το βράδυ και πολύ σου λέω.

Την επόμενη μέρα πήραμε το τρένο για μια εκδρομή στη Λουκέρνη όπου απολαύσαμε μια διαδρομή μέσα σε καταπράσινα ολοζώντανα χωράφια με αγελάδες και πρόβατα που κρεμόταν στις πλαγιές, τακτοποιημένους αχυρώνες και εξοχικά σπίτια, η χάιντι έλειπε για να ολοκληρωθεί η εικόνα....
Η Λουκέρνη χτισμένη γύρω απ τη λίμνη της, πιο τουριστική αλλά εξίσου πολιτισμένη, βολτάραμε γύρω γύρω κάθε στενό και σοκάκι που υπήρχε, φάγαμε μια τονωτική ζεστή σούπα γιατί είχαμε παγώσει εδώ που τα λέμε με την απότομη πτώση της θερμοκρασίας, φύγαμε με 38 και πέσαμε στους 20, κι άσε που είχαμε πάρει μαζί μας απο δύο βερμούδες και εκατό κοντομάνικα, τέτοια εξυπνάδα!
Και αφού αφήσαμε την Ελβετία ο επόμενος προορισμός μας ήταν το Αμστερνταμ, μέσα σε μια ώρα το αεροπλάνο είχε ετοιμαστεί για προσγείωση, το αεροδρόμιο τεράστιο και πολύβουο, φάγαμε κάτι υπέροχα κρουασάν και σάντουιτς απο το hema ή το albert hime δε θυμάμαι σε ποιο απο τα δύο, πληρώσαμε σε ευρώ με μεγάλη χαρά και σχεδόν τζάμπα μετά την ήττα με τα ελβετικά φράγκα και προπάντων τις ελβετικές τιμές.
Το Αμστερνταμ σε σχέση με τη Βασιλεία ήταν το αντίθετο εντελώς, κόσμος, φασαρία, κίνηση, νεανικό και χαρούμενο, και πολύ πολύ χαλαρό, ο κόσμος ήταν ωραία ντυμένος, (η Βασιλεία είχε κάτι το γερμανικό στο ντύσιμο, τύπου πέδιλο με κάλτσα) πέσαμε και σε ένα φεστιβάλ που όλα τα κανάλια ήταν γεμάτα με πλοιάρια κάθε είδους με ντόπιους που διασκέδαζαν τρώγοντας και πίνοντας στις βάρκες τους διασχίζοντας την πόλη απ άκρη σ' άκρη, πολλοί μάλιστα ντυμένοι με ναυτικά ρούχα (η χαρά των gaybar, διότι κι εκεί πολλοί ήταν ντυμένοι ναυτάκια) κι άλλοι με παραδοσιακά καπέλα.
Η πόλη είναι πολύ όμορφη όπως φαντάζομαι κάθε πόλη με κανάλια και νερό γενικότερα, ήταν βέβαια αρκετά βρώμικη, τα μπάρ, τα εστιατόρια, τα coffee shops, ακόμα και οι πλατείες ήταν όλα γεμάτα έως αργά το βράδυ, είχε φαγητό απ όποια εθνική κουζίνα λαχταρούσες να φας, κυρίως ινδονησιακή λόγω των αποικιών, αλλά και μαλαισιανή και ταυλανδέζικη και πολλά αργεντίνικα και μεξικάνικα εστιατόρια και φυσικά φαγητό του δρόμου νοστιμότατο και φθηνό.
Τα ποδήλατα είναι το κυρίαρχο μέσο μεταφοράς και φυσικά νοικιάσαμε κι εμείς και μετακινούμασταν με αυτά.
Ηπιαμε πολλές hoegarden, φωτογραφίσαμε τα κανάλια, θαυμάσαμε την αρχιτεκτονική των σπιτιών, είδαμε με δέος τα ηλιοτρόπια στο μουσείο Βαν Γκογκ, την chinatown, την περιοχή γιόορνταν, το αρχιτεκτονικό μουσείο και το νέμο, φάγαμε πανκέικς με βούτυρο και άχνη ζάχαρη (τώρα καταλαβαίνω γιατί οι Ολλανδοί είναι όλοι πάνω απο 1,80 και οι Ολλανδέζες καπουλ-ι-άτες) κροκέτεν και πατάτες με μαγιονέζα, δυστηχώς δεν καταφέραμε να βγούμε έξω απο την πόλη και να πάμε και κάπου αλλού, αλλά είπαμε να αφήσουμε κάτι για την επόμενη φορά..Η επάνοδος μας στη Βασιλεία έγινε μέσα σε υπερβολική για την περιοχή ζέστη, κάναμε μια βόλτα στην πόλη και καταλύσαμε στο ξενοδοχείο που είχαμε κλείσει λίγο πιο μετά απο τα σύνορα της Ελβετίας με τη Γαλλία στο saint Louis, την πόλη φάντασμα, όπου παρά το μέγεθός της ήταν έρημη, απο τις 3 το μεσημέρι δεν κυκλοφορούσε ψυχή.
Και έτσι έκλεισε το 7ημερο ταξίδι στο εξωτερικό με την επιστροφή μας την άλλη μέρα τα χαράματα στη Θεσσαλονίκη που για άλλη μια φορά μου φάνηκε φτωχή και μίζερη, απο το αεροδρόμιο, μέχρι τις στέγες των σπιτιών με τις κεραίες και τους ηλιακούς θερμοσύμφωνες που γυάλιζαν στον καυτό ήλιο....

Πάντα καλοκαίρι

Τελευταία μέρα του καλοκαιριού επίσημα, ακόμη δεν μπορώ να συνέρθω, τα μάτια απο τις εικόνες και το σώμα απ' το περπάτημα. Φέτος έβαλα μια σειρά στις διακοπές μου, μια βδομάδα στη θάλασσα, μια βδομάδα στον τόπο καταγωγής, και μια βδομάδα εξωτερικό που ήταν και πρώτη φορά που θα πήγαινα τέτοια εποχή.
Οι διακοπές άρχισαν 30 Ιουλίου σε ένα κάμπινγκ της Σιθωνίας, απ το πρωί βουτιές στα πεντακάθαρα νερά, αν άνοιγες τα μάτια, έβλεπες τα ψάρια να κολυμπούν μαζί σου, φαγητό στην ταβέρνα του κάμπινγκ, παγωμένες μπύρες και καρπούζι, ρακέτες και κολύμπι ξανά και ξανά.
Οι χαρακτήρες ξεδιάλυναν τις πρώτες μέρες οι λουσάτες που φορούσαν κάθε μέρα κι άλλο μαγιό και είχαν κάνει μανικιούρ πεντικιούρ και ίσως και κομμωτήριο για να βγούν και να λιαστούν στην παραλία, ο μεσαιοεργολάβος με το φουσκωτό που το καμάρωνε όλη την ώρα και μπαινόβγαινε στο λιμάνι μερικά μέτρα ίσα για να το ακούσει να δουλεύει. Ο τύπος με τη λουξ τζιπάρα που καθόταν με τη γκόμενα στο πορτ μπαγκαζ και τρώγαν κονσέρβες αφού προφανώς το τζίπ του τρωγε όλο το μισθό κάθε μήνα για τις δόσεις και που λεφτά για καρέκλες...
Ο τύπος με τα μακρυά μαλλιά και το τζέτ σκι που μάρσαρε συνέχεια, οι δύτες που κάναν μαθήματα καταδύσεων κάθε μέρα την ίδια ώρα, το ζευγάρι ηλικιωμένων που γύρω στις 8 ερχόταν χέρι χέρι για μπάνιο, ένα μάτσο κορίτσια στην εφηβεία που τρέχαν γύρω γύρω με μερικά αγόρια να τα ακολουθούν μικρά κι αυτά αλλά ανυποψίαστα ακόμα, το βράδυ στα ντουζ δεν προλάβαινες να παίρνεις σειρά στον καθρέφτη με τις κολώνιες να παίρνουν και να δίνουν και τα μαλλιά να καίγονται απ το πολύ πιστολάκι, αλλά εφηβεία είναι αυτή δικαιολογεί τα πάντα, άλλωστε μετά άρχιζε η πασαρέλα πάνω κάτω σε όλο το κάμπινγκ κι έπρεπε να είναι στην τρίχα όλες.
Τις είχαμε βάλει ονόματα η Τζένιφερ (που είχε τα φρύδια της Τζένιφερ Κόνελυ) και ήταν η μέχρι πριν την προέλαση των Ιταλίδων η πριγκίπισσα του κάμπινγκ, η Μάτζι που ήταν η Βουλγάρα και έμοιαζε με μια γνωστή μας και τη συναγωνίζονταν επάξια μέχρι που της πήρε τον τίτλο όταν η Τζένιφερ εξαφανίστηκε στο τροχόσπιτο για μερικές μέρες αφού κάποιοι την είδαν που πήγε πίσω στα βραχάκια με τον Αλεξ και το σφύριξαν στους δικούς της οι οποίοι με τη σειρά τους της περιόρισαν τις πολλές βόλτες...
Οι φυλές μπερδεύονταν Ελληνίδες και Βουλγάρες συννενοούνταν με σπαστά αγγλικά oh my hand, oh my leg...αλλά όταν κατέφθασαν οι Ιταλίδες τις εκτόπισαν όλες με τα ντυσίματα και τη φυσική τους κομψότητα και η ζήλεια έφτασε σε επικύνδυνα επίπεδα.. Ευτυχώς την τελευταία μέρα τα πράγματα αποκαταστάθηκαν αφού όλες και όλοι μαζί Ελληνες, Βούλγαροι και Ιταλοί έκαναν βουτιές απ το μώλο και επέλεξαν για την εκτόνωση των εφηβικών τους ορμών τον πιο ήπιο τρόπο, κάνοντας άλματα, χορευτικές φιγούρες και στροφές με στόχο την καλύτερη βουτιά....
Αφού έβγαλα τη σκόνη του κάμπινγκ απο πάνω μου έφυγα για Βορρά για μια βδομάδα με γονείς και παιδικούς φίλους, με πολύ ζέστη και κουνούπια που τσιμπούσαν ανελέητα και που μετά απο τόσα χρόνια παραμονής σε άλλα μέρη όσο να ναι τα ξεσυνηθίζεις.
Με βόλτες στα γύρω χωριά, με ημερήσια εκδρομή στη Βουλγαρική επαρχία όπου είδα εικόνες μιας άλλης εποχής, κάρα με γαιδουράκια στο δρόμο, εργατικές τρισάθλιες πολυκατοικίες, τενεκεδένια αυτοσχέδια περίπτερα που πωλούσαν παγωτό μηχανής και καζάνι με λάδι για υπερμεγέθεις λουκουμάδες που τις πασπάλιζαν με άχνη ζάχαρη κι ο κόσμος τις αγόραζε πέντε πέντε, ο καφές που ζήτησα να πιω και που αναγραφόταν στη βιτρίνα του κατακαημένου καφενείου-καφετέριας και ήταν εσπρέσσο, μου σερβιρίστηκε χωρίς να ανακατευτεί, μια κουταλιά καφές πάνω σε ένα φλυτζάνι γάλα, αλλά οι τιμές δεν μπορώ να πώ, ένα λέβα ο καφές που αντοιστοιχεί σε μισό ευρώ και μισό λέβα ο λουκουμάς, τσάμπα πράμα για μας, τώρα τους καταλαβαίνω τους συνταξιούχους που αγοράζουν σπίτια στη Βουλγαρία, αφού η σύνταξή τους φτάνει μόνο για εκεί να ζήσουν είναι πολύ πολύ λογικό.
Η πόλη μου τα συνηθισμένα, κίνηση μέρα νύχτα στους δρόμους της, οι ταβέρνες και τα μπαρ της παραλιακής ασφυκτικά γεμάτα, ο κόσμος ζεί σε μια άλλη κατάσταση, αυτή των ενοικίων που συμπληρώνουν το μισθό, με τα οπωροκηπευτικά και τα αυγά απ το χωριό ή με την καλή σύνταξη της γερμανίας, οπότε ξοδεύει ακόμα.
Η τρίτη βδομάδα όμως έφτασε και ημέρα Τρίτη πετούσα για Βασιλεία, αλλά αυτά θα σου τα πω σε επόμενο ποστ....

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

Καλοκαίρι....

Ο ήχος απο τα κλιματιστικά είναι ο μόνος που ακούγεται, 37 βαθμοί με την υγρασία να υπερίπταται στην ατμόσφαιρα, προσπαθώ να κοιμηθώ αλλά μάταια, το κρεβάτι καίει, το δωμάτιο ζεματάει, το σπίτι αχνίζει, στο μπαλκόνι είναι διαφορετικά αλλά στην πολυθρόνα δύσκολα σε παίρνει ο ύπνος, οπότε απλώς κάθομαι μέχρι να σβύσει η ζέστη. Τρεις τα ξημερώματα, η γειτονιά άδεια, μια φοιτήτρια στην παραπάνω πολυκατοικία που όλο το απόγευμα άκουγε δυνατά ελληνικά, στην απέναντι λείπουν όλοι, στην διπλανή απέναντι, μόνο το παιδί με το γάτο που τον περιμένει στη βεράντα του ρετιρέ, ο οποίος γάτος αλλά και τα υπόλοιπα ζωντανά αυτής της πολυκατοικίας είναι εκπαιδευμένα να βγαίνουν έξω για κατούρημα και μετά να περιμένουν στην είσοδο, γαυγίζοντας οι σκύλοι, νιαουρίζοντας οι γάτοι χωρίς πολλά πολλά πάρε δώσε με τα αδέσποτα, Κυρίες. Στη δική μου δύο διαμερίσματα, όλοι φύγαν για διακοπές. Ενα κουνούπι σφυρίζει στ' αυτί μου, φέτος δεν έχουν ψεκάσει για τα κουνούπια λέει το ράδιο αρβύλα γιατί δεν είχαν λεφτά, γιαυτό βλέπεις κάτι τέρατα να πετάνε και όταν σε τσιμπούν γίνεται ένα σημάδι να!
Αν μύριζε και καρπούζι θα ήταν το τέλειο σκηνικό για το καλοκαίρι αλλά ακόμη δεν έχω πάρει, θα αγοράσω αύριο απ' τη λαική. Κάπου μακρυά ένα αυτοκίνητο περνάει, το κλιματιστικό ακόμη δουλεύει, θα δουλεύει όλη νύχτα, άπνοια, αν ποτέ αγόραζα σπίτι θα αγόραζα εξοχικό σκέφτομαι με αυλή, δίπλα στη θάλασσα, ίσως μπροστά αν είναι καμμιά παρακμιακή παραλία τύπου Καλλικράτεια, με μεγάλη κουνουπιέρα στη βεράντα για ύπνο τη νύχτα έξω, με μεγάλο τραπέζι για να καλούμε φίλους τα βράδυα για καρπούζι με τυρί και μπιρίμπα, με ντουζιέρα στην αυλή για να πλένεσαι εκεί χωρίς να κάνεις μπάνιο μετά τη θάλασσα, με κουζίνα μεγάλη και φωτεινή για να κάνεις ζυμαράκια και να τηγανίζουμε γαύρους και πατάτες, με μπάρμπεκιου και με λουλούδια πολλά.....
Καλοκαίρι.....

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Αποκλείεται να ναι καλύτερα στη φανταστική Ουρανούπολη, απ ότι στην πραγματική....

Πολύ καιρό έχω να γράψω λόγω δουλειάς κυρίως που τρέχω και δεν έχω μυαλό για άλλα, κι απο χτες άρχισα ένα τουρ σε πόλεις της Βόρειας Ελλάδας για δουλειά με πρώτο προορισμό την ωραιότατη Κοζάνη.
Με βερμούδα και μακό ξεκίνησα απ τη Θεσσαλονίκη, μπουφάν και τζήν ήθελες στην Κοζάνη.. με μια βροχή ασταμάτητη που μας έκανε μούσκεμα και έριξε τη θερμοκρασία τόσο που νόμιζες ότι έχουμε Μάρτιο κι όχι τέλος Ιουνίου....
Απ το πρωί είχα πονοκέφαλο αλλά μετά τη βροχή επιδεινώθηκε και δε μου πέρασε παρά σήμερα το πρωί.
Αλλά σήμερα μετά τη βροχερή Κοζάνη είχαμε μια ηλιόλουστη μέρα στην Χαλκιδική και συγκεκριμένα στο τρίτο πόδι, Ολυμπιάδα, Στρατώνι, Ιερισσός και τέλος Ουρανούπολη μια διαδρομή μέσα στα πεύκα και τη θάλασσα, με μια θάλασσα λάδι, με κόσμο που λιαζόταν στις ξαπλώστρες, με μια Ουρανούπολη χάρμα οφθαλμού είχα να πάω 15 χρόνια και βάλε και μου άρεσε πάρα πολύ, νόμισα ότι ήμουν σε νησί, άσε που ήθελα να τους παρατήσω και να πάω να δοκιμάζω καπέλα και να χαζεύω τα τουριστικά μαγαζιά, και παραλίγο να το κανα αν δε με σταματούσε το γεγονός ότι μας περίμενε και άλλη διαδρομή το απόγευμα....
Και οι άνθρωποι άλλο πράμα, χαλαροί, ωραίοι με καθόλου άγχος, καθόλου μούτρα σαν κι αυτούς εδώ που συναναστραφήκαμε τα ζώα, τους μουτρωμένους, τους αγενέστατους, με χαμόγελο με κεράσματα, με καθόλου ύφος, τελικά συνηδητοποιώ πως αν ζεις σε ένα όμορφο μέρος δεν μπορεί παρά να επηρεάζει αυτό το χαρακτήρα σου, μετάνιωσα που δεν πήρα μαγιό μαζί μου φυσικά, αλλά θα ξαναπάω στην Ουρανούπολη και σύντομα για μπάνιο και μη σου πω και για διανυκτέρευση...
Κι εκεί που βρίζεις και λες διάφορα γιαυτή τη χώρα, μια βόλτα σε ένα τόσο όμορφο μέρος σε κάνει και σκέφτεσαι ότι αυτά τα μέρη, αυτή τη θάλασσα, αυτόν τον ήλιο δεν τα βρίσκεις που να χτυπιέσαι αλλού...

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Καπούτ....

Αυτή η Παρασκευή ήταν περίεργη, καθόμασταν αμήχανοι και λέγαμε τα συνηθισμένα μέχρι να έρθει η ώρα του αποχαιρετισμού, ο Κ έφευγε μετανάστης στη Γερμανία ήταν απο τα πρώτα θύματα της κρίσης, ηλικία γύρω στα 25 με σπουδές ανώτατης εκπαίδευσης και αυτές οι λίγες συνεντεύξεις που έκανε για δουλειές όχι μόνο πάνω σ αυτό που σπούδασε αλλά σε μια οποιαδήποτε δουλειά της τάξης ενός βασικού μισθού ήταν πετυχημένες μεν, αλλά ποτέ δεν τον πήραν τηλέφωνο ξανά, τελευταία απο τις συνεντεύξεις του σε ένα πολυκατάστημα υπολογιστών που ο διευθυντής ήταν γνωστός γνωστού και του είπε ούτε λίγο ούτε πολύ, πως αν δεν έχει μέσον πολιτικό, δουλειά δεν πρόκειται να πιάσει όσος καιρός και να περάσει, βλέπεις οι πολιτικοί τώρα που έκλεισε η πόρτα του δημόσιου πιάσαν κονέ με τις επιχειρήσεις και βάζουν εκεί τα παιδιά των παρατάξεων τους.
Κι αν ήταν απ τα παιδιά εκείνα που περιμένουν να γίνουν τουλάχιστον υποδιευθυντές στην πρώτη τους δουλειά δε θα έλεγα τίποτε, αλλά ήταν ένα παιδί που αν του λεγες να δουλεύει 18 ώρες το 24ωρο θα το κανε, δεν καταλάβαινε ούτε κούραση, ούτε φοβόταν τη δουλειά, τον ζήλεψα τον Κ γιαυτή την όρεξη που δεν την έχω δει ούτε σε έναν τόσα χρόνια που είμαι στην πιάτσα, μου θύμιζε τον εαυτό μου στην ηλικία του. Και να ήταν ο μόνος που φεύγει απ αυτή τη χώρα που διώχνει το πιο ζωντανό κομμάτι της, κάπου οκτακόσιες χιλιάδες έχουν φύγει τα τελευταία 10 χρόνια μου λεγε ένας φίλος που το διάβασε σε εφημερίδα προχτές, νομίζω ότι το νούμερο θα αυξηθεί πάρα πολύ μέχρι το τέλος της χρονιάς, και είναι κρίμα, αλλά θα μου πεις εδώ σκέφτομαι να φύγω εγώ που ξέρω ότι θα κάνω μια δουλειά του ποδαριού, αλλά έχω φτάσει σε τέτοιο σημείο απηυδισμού που πραγματικά δε με νοιάζει
Στο μεταξύ όλη μέρα έκανε πολύ ζέστη, καύσωνα κανονικό παρ'όλο που ακόμη ο Μάης είναι στα μισά του, βγήκαν τα σορτς, οι σαγιονάρες, άνοιξαν διάπλατα τα παράθυρα ο λαιμός μου πάλι που έχει δικό του θερμοστάτη, μ' έγδερνε απ το πρωί όταν κατάπινα και το απόγευμα χειροτέρεψε για να καταλήξει το βράδυ χέρι χέρι μ' ένα καραμπινάτο συνάχι που με μια εξάντληση παρέα μ' έριξαν στο κρεβάτι να κοιμάμαι ώρες. Έτσι με ντεπόν, κοντρέξ, χαρτομάνδηλα και θερμόμετρα πέρασε ένα Σαββατοκύριακο κι ούτε κατάλαβα καλά καλά τι έγινε γιατί φυσικά δεν είχα χρόνο να σκεφτώ πολλά πράγματα, ξεχνιόμουν ασχολούμενη με το συνάχι, τον πυρετό, τον πονόλαιμο.
Οταν έπεσε ο πυρετός, μ' έπιασε πάλι αυτή η μελαγχολία των τελευταίων ημερών, μαζί με τη στεναχώρια για το γεγονός της μετανάστευσης του Κ κι αποφάσισα να μη βλέπω ειδήσεις και κόντρα στη μαυρίλα να είμαι η χαζή ξανθιά θεσσαλονικιά που δεν καταλαβαίνει απο ισοτιμίες νομισμάτων, απο ΔΝΤ απο μέτρα και άλλα τέτοια εξωτικά. Αλλωστε και η κρίση έχει ευκαιρίες λέω απο μέσα μου και προσπαθώ να το πιστέψω, καταπίνοντας μια γερή δόση αισιοδοξίας και νιώθοντας να με πονάει μια παρονυχίδα που ξύλωσα με μανία μέσα στην αμηχανία μου. Ακόμη κι ο καιρός παρ' όλο που είναι Μάιος μετά απο τον αφύσικο καύσωνα της Παρασκεύης, είναι περίεργος φυσάει και κάνει ψύχρα, λες να άλλαξε και το κλίμα αναρωτιέμαι δυνατά? όλα βαίνουν εναντίον μας? ακόμη κι ο καιρός? αλοίμονο.....

ΥΓ: Είναι πολύ εύκολο να βρεις κάποιον για κάνεις τη δουλειά σου, αλλά είναι απίθανο κάπου μία στις 100,000 πιθανότητες να βρεις κάποιον να κάνει τη δουλειά σου όπως θέλεις εσύ να την κάνει κι ακόμη καλύτερα, σα να είσαι εσύ!
Τυχεράκια Γερμανέ, έτυχες το τζόκερ και δεν το ξέρεις ακόμη.....

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

Εξι ώρες εργασίας είναι πολύ ε?

Bγήκαμε ένα βράδυ του Σαββάτου, όπως κάνουμε τα τελευταία 30 χρόνια και βάλε με τους παιδικούς φίλους κι εκεί μεταξύ τυρου και αχλαδιού μιλήσαμε για τι άλλο για την μείωση των μισθών τους καθότι όλοι πλην εμού είναι δημόσιοι υπάλληλοι και αγωνιούσαν για τις εξελίξεις στην δουλειά τους, καθώς έλεγαν ότι με το καινούργιο νομοσχέδιο για την παιδεία που θα βγεί στη δημοσιότητα μετά το κλείσιμο των σχολείων για τις καλοκαιρινές διακοπές, θα πρέπει να βρίσκονται στα σχολεία τους έως τις 2 το μεσημέρι...(!) Ακόμη ότι τα σχολεία πλέον θα υπάγονται στους Δήμους και οι δάσκαλοι θα γίνουν δημοτικοί υπάλληλοι και θα αξιολογούνται πλέον.
Και τι θα κάνουν έως τις 2 το μεσημέρι θα κοιτιούνται? εφόσον δεν έχουν να κάνουν δουλειά πέρα απ το μάθημά τους που τελιώνει στις 12,30 με 1....επίσης σε σύνολο οι μισθοί τους μειώθηκαν περίπου 100 ευρώ κι εγώ ψέλλισα ε δεν είναι και τόσα πολλά πια οκ, εδώ δεν ξέρουμε αν αύριο θα έχουμε καν δουλειά, τουλάχιστον εσείς έχετε τη σιγουριά ότι δεν μπορεί να σας απολύσει κανείς!
Κι εκεί πήγαν να με φάνε ότι εμείς είμαστε το κεφάλαιο (οι μαγαζάτορες γενικώς) ότι έχουμε βγάλει τόσα που ακόμη και στην οικονομική κρίση έχουμε να πληρώνουμε, ότι είμαστε αυτοί που ρουφάνε το αίμα των υπαλλήλων τους και τέτοια ωραία, εκεί σκέφτηκα αναρωτήθηκε ποτέ κανείς τους ότι εμείς δουλεύουμε 24 ώρες το 24ωρο? ότι όποτε του σηκωθεί του πελάτη θα σε πάρει τηλέφωνο, ότι δεν κοιμόμαστε τη νύχτα γιατί αύριο δε φτάνουν τα λεφτά για να πληρώσεις το νοίκι, τα έξοδα, τους μισθούς (γιαυτούς που έχουν υπαλλήλους) ότι το κράτος και οι λειτουργοί του είναι εναντίον σου πάντα, ότι για να πας να κάνεις μια συναλλαγή απο μια δημόσια υπηρεσία σου βγάζουν το λάδι συνήθως (παραπέμπω σε προηγούμενο πόστ) ότι δεν ξέρω αν αύριο θα συνεχίσω να χω δουλειά ή θα μεταναστεύσω για να ησυχάσω απο όλα.
Αλλά που να καταλάβουν αυτοί την αγωνία που νιώθει κάθε αυτοαπασχολούμενος, δεν έχουν κι ούτε πρόκειται να μπούν ποτέ στη θέση μου κι αν ποτέ παραπονεθείς για όλα τα παραπάνω εκεί θα σου πουν, ας είχες κι εσύ το μυαλό για να μπείς στο δημόσιο, το ότι εγώ είχα άλλα όνειρα ούτε λόγος, γιαυτούς το μεγαλύτερο τους όνειρο ήταν και είναι το δημόσιο, και το έχουν περάσει και στα παιδιά τους που δεν τολμούν να σκεφτούν κάτι άλλο.
Σορυ γκάυς που είχα διαφορετικά όνειρα απ τα δικά σας, επιλογή μου ήταν και δεν το χω μετανιώσει ούτε μια μέρα γιατί τις χαρές που έχω πάρει απ τη δουλειά μου, το πόσο ενδιαφέροντα είναι αυτά που κάνω και τό πόσες εμπειρίες έχω αποκτήσει απ αυτή, κι ας μην ξέρω αν αύριο θα συνεχίσω να έχω δουλειά αλλά ακόμα κι αυτό να γίνει δε θα πεθάνω, όχι απ αυτό, γιατί θα έχω τον κώλο να κάνω άλλη δουλειά, ενώ εσείς αν τύχει και αρθεί η μονιμότητά σας, και συμβεί κάτι θα μείνετε ακίνητοι να κοιτάτε το ταβάνι απελπισμένοι και μίζεροι και θα κλαίτε τη μοίρα σας.

Τώρα έχω άδικο που σκέφτομαι ότι αυτή η κρίση θα χωρίσει τον κόσμο σε τάξεις? και που σαι ακόμη....

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Και του χρόνου...φουντούνια

Aμα ξαναφάω μαγειρίτσα στις 11 το βράδυ και περιμένω να τη χωνέψω κιόλας, να με φτύσεις, διότι στις 11 την έφαγα τη μαγειρίτσα, πριν το <χριστός ανέστη> κι αυτό ήταν το λιγότερο, νωρίτερα είχα κάνει μια επίθεση στα κόκκινα αυγά, όσο για το τσουρέκι αυτό με τη σοκολάτα το γονάτισα απ την Μ. Πέμπτη...αυτά είναι τα ωραία με το πάσχα, τρως ένα σκασμό και αναρωτιέσαι μετά γιατί δεν πέφτει η μπάκα, πως να πέσει χρυσή μου, κι ευτυχώς να λες που φέτος το πάσχα έπεσε νωρίς και έχεις τουλάχιστον ενάμισυ μήνα να χτυπηθείς να τα χάσεις πριν πάρεις παραμάζωμα τις παραλίες με το μπικίνι, και όχι βέβαια για τίποτε κοσμικά και σαν τη χαλκιδική δεν έχει, αυτά φέτος ξέχασέ τα! Περισσότερο για Γαύδο μεριά σε βλέπω να ψάχνεις να βρεις σερβιέτα στο μοναδικό μπακάλικο παύλα ταβέρνα παύλα καφέ παύλα club με το μέγεθος της τρίχας να έχει ξεπεράσει προ πολλού τα επίπεδα συναγερμού ή τίποτα παραλία κατερίνης που μπροστά στo δράμα του γκλίτερ και της γαλάζιας σκιάς θα είσαι-ελπίζεις- αόρατη τουλάχιστον!
....Κι όμως μέχρι το μεσημέρι τα ξέχασα όλα αυτά και ξανάφαγα η μουλάρα, χωρίς τύψεις αυτή τη φορά, αλλά θες που η σχέση μου με τα αμνοερίφια είναι σαν κάτι σχέσεις με κάποιους που δε θες να τους δεις μπροστά σου, αλλά τους πέτυχες στο διπλανό τραπέζι και αναφώνησες μάλιστα <βρε τι σύμπτωση κι έλεγα να σας πάρω σήμερα όλη μέρα>! που σιγά μην τους έπαιρνες, ούτε ζωγραφιστούς δε θες να τους δεις, και τελικά τους φεσώθηκες όλο το βράδυ, θες που φύσαγε λίγο και το άρπαξες το κρυωματάκι σου, θες που ένας πονοκέφαλος επιβάρυνε την κατάσταση, πάει το μεσημεριανό πασχαλινό γεύμα, το πήρε το κύμα!
Συμπέρασμα: τελικά το πάσχα δε μου πάει, όσο κι αν το προσπαθήσω, στο τέλος με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μου βγαίνει ξυνό.
Χρόνια πολλά λοιπόν και του χρόνου σπίτια μας...

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Η βία γύρω μας

Ηρθε για να ξεφύγει απ τον πόλεμο και είδε μπροστά στα μάτια της το παιδί της να διαμελίζεται σε μια χώρα χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά που δεν έχει πόλεμο, πόσο ασυγκίνητος να μείνεις μπροστά σ' αυτό το γεγονός? Και το άλλο της παιδί θα μείνει σχεδόν τυφλό απ το ίδιο τρομοκρατικό χτύπημα.
Απο τη μια ο μικρός μετανάστης που διαμελίζεται, απ την άλλη ληστεία, που δεν ήταν η μόνη, με έναν νεκρό στη μια και τραυματίες σε άλλες για το τεράστιο ποσό των 300 ευρώ τόσο αξίζει μια ζωή...
Κι ο κόσμος που φωνάζει στα κανάλια πόσο φοβάται.
Δεν ξέρω τι να πω, δεν έχω λόγια, ποια ψυχολογική υποστήριξη να δοθεί σ' αυτή τη μάνα?
Πριν λίγες μέρες μια άλλη μάνα αυτοκτόνησε γιατί είχαν σκοτώσει το γιό της δυο χρόνια πριν και την ακολούθησε και η κόρη της που τη βρήκε νεκρή.
Δεν έχουμε πόλεμο, αλλά κάποιοι έχουν κυρήξει πόλεμο απο μόνοι τους, είτε είναι ληστές των 300 ευρώ, είτε είναι τρομοκράτες που νομίζουν ότι πολεμούν για κάποια ιδέα.
Τρομερή ιδέα, αλλά μετά τον νεκρό Αφγανό είναι τόσο κότες που λούφαξαν και δεν παραδέχονται το χτύπημά τους, ποιος να βγει και να παραδεχτεί φυσικά κάτι τέτοιο? ήρθε η εποχή που θα αναπολούσαμε τη 17η Νοέμβρη ποιος να το φανταζόταν? τουλάχιστον αυτοί απ όσο θυμάμαι χτυπούσαν το κεφάλαιο...

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Τέσσερις εποχές σε ένα νησί....Ανοιξη



Σ' αυτή τη χώρα σε λίγο θα πληρώνουμε και για όσες φορές πηγαίνουμε στην τουαλέτα, αυτό λέει με λίγα λόγια και απλά για να τα καταλαβαίνουμε όλοι το νέο φορολογικό νομοσχέδιο που υπογράφεται σε λίγες ώρες, τι σημαίνει αυτό? ότι στην Ελλάδα πρέπει να είσαι πλούσιος παντρεμένος και με 4 παιδιά τουλάχιστον, οπότε περιμένω να ακούσω και για γάμους μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών για να ξέρω αν θα παντρευτώ... αλλά θα μου πεις με τόσα προβλήματα η κυβέρνηση σιγά μην ασχοληθεί με τις μειονότητες.

Στο μεταξύ η Ανοιξη έχει μπεί σιγά σιγά αν και με κρύο, το παρατηρείς έτσι και βγεις λίγο πιο έξω απ την πόλη, στη Λέσβο που έτυχε να πάω το Σαββατοκύριακο, απόλαυσα τις βόλτες στο νησί βλέποντας γύρω μου καταπράσινα λιβάδια, πλαγιές γεμάτες μαργαρίτες και παπαρούνες, ανθισμένα δένδρα...
'Ηπια τα καθιερωμένα ούζα δίπλα στη θάλασσα, έφαγα στη Μελβούρνη(!) κρέατα και απίστευτα ψάρια στο μπαλουχανά, και πως καταλαβαίνεις αν ένα ψάρι είναι ημέρας απο άλλο που είναι της επόμενης? ε τι να σου πω, το βλέπεις στο χρώμα, στη γεύση, βεβαίως παίζει μεγάλο ρόλο και ο μάστορας που θα το τηγανίσει ή θα το ψήσει, αμέσως καταλαβαίνεις τη διαφορά σε ένα βαρύ τηγάνισμα, απο ένα αέρινο τηγάνισμα, με άριστα το δέκα απο τις καλύτερες ψαροταβέρνες στην Ελλάδα by far.

Η Λέσβος είνα ένα νησί που πάντα έχει κάτι να σου μάθει, δεν μπορείς να πεις ότι τα χεις δει όλα όσες φορές και να πας, πάντα θα υπάρχει κάτι κρυμένο που δεν πρόλαβες να δεις την προηγούμενη φορά.

Έβλεπα τον κόσμο στην ταβέρνα του ορεινού χωριού με το ωραίο όνομα Στύψη και αναρωτιόμουν, σκέφτονται άραγε την οικονομική κρίση? υπήρχε μια ηρεμία, μια σοφία στα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων ζουν σε μια δική τους πραγματικότητα, μακρυά απ τις φωνές, το μποτιλιάρισμα, το άγχος και τον διαρκή εκνευρισμό, ζώντας με τη φύση νομίζω πως το αποκτάς αυτό.

Ισως αυτή η κρίση μας οδηγήσει σε άλλους δρόμους, ίσως είναι μια ευκαιρία να βρούμε τελικά το αληθινό νόημα της ζωής, ένα σπίτι με μια αυλή, ένας κήπος με λαχανικά, μερικά ζώα, η θάλασσα τόσο κοντά....

Ονειρεύομαι ίσως, ή μπορεί και όχι, αναρωτήθικες ποτέ τι σημαίνει η λέξη πλήρης? Αυτό ακριβώς εννοώ!

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Το ανέκδοτο της ημέρας

Μα υπάρχει ακόμη, έστω και ένας πολίτης που να πιστεύει ότι θα φτιάξουν ποτέ τα πράγματα και κάποιος θα μας τραβήξει απ το λάκο με τα σκατά που έχουμε πέσει? Αμφιβάλω, πιστεύει κανείς πως θα τη γλυτώσουμε?
Δε θα σταθώ στο ποιοι φταίνε γιαυτό το χάλι, το ακούμε κάθε μέρα στην τηλεόραση, θα πω μόνο ότι έχουμε αυτούς που μας αξίζουν, αλλιώς δεν εξηγείται, είμαστε λαός που βολεύεται, μας βολεύει αυτή η συνεχόμενη κατάσταση, μας βολεύει η στασιμότητα, φοβόμαστε μην και χαθούν αυτά που έχουμε αποκτήσει, είτε είναι η θεσούλα μας, το μέσον μας, ο γνωστός μας που θα μας κάνει την εξυπηρέτηση, είτε είναι η τζιπάρα μας το εξοχικό και οι 32 κάρτες που χρωστάμε στις τράπεζες που μας έδωσαν την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να γίνουμε σαν αυτούς που <θαυμάζουμε> καθημερινά στην τηλεόραση, λες και οι τράπεζες απο μόνες τους μας παρέσυραν λες και δεν είμασταν έτοιμοι να παρασυρθούμε...
Αγόρασα τις προάλλες ένα φορτηγάκι μεταχειρισμένο 15ετίας και έχω μπλέξει σε μια απίστευτα μπερδεμένη κατάσταση ο ένας με ρωτάει αν δικαιούμε να αγοράσω ένα αυτοκίνητο επαγγελματικό, τύπου κλούβα, γιατί πάρα πολλοί γιατροί και δικηγόροι αγοράζουν καγιέν και χάμερ και τα δηλώνουν επαγγελματικά(!) Λες και δεν μπορούν να ελέγξουν ότι αγόρασα ένα αυτοκίνητο 15ετίας για να κάνω τη δουλειά μου, ή λες και δεν μπορούν να ελέγξουν <αν θέλουν> αυτούς τους γιατρούς και δικηγόρους που δηλώνουν επαγγελματικό το τζιπ των εκατό χιλιάδων και βάλε, ο άλλος με ρωτάει αν έχω όντως μαγαζί και πρέπει να το αποδείξω ξανά, ενώ το έχω δέκα χρόνια τουλάχιστον, ο τρίτος μου λέει ότι για να πετάξω έναν παλιό υπολογιστή που δε δουλεύει μετά απο 15 χρόνια χρήσης ή για να πετάξω πράγματα που βράχηκαν απο μια πλυμμύρα που έβαλε νερά στο μαγαζί μου και όχι μόνο, πρέπει να το κάνω αφού κόψω δελτίο αποστολής ότι τα πέταξα και πληρώσω το φπα γιαυτά που πέταξα (!)
Κι όλα αυτά εν μέσω οικονομικής κρίσης που δεν ξέρεις αν αύριο θα έχεις το μαγαζί σου ή θα αναγκαστείς να το κλείσεις γιατί σου πεσε το λαχείο της ακάλυπτης επιταγής, ή του απατεώνα που δε θέλει ή και του κακομοίρη που δεν μπορεί να σε πληρώσει.
Κι όταν τελειώνει ο μήνας έχεις ή δεν έχεις λεφτά, να πρέπει να πληρώσεις την δόση σου στην εφορία γιατί θέλεις να είσαι συνεπής με τις υποχρεώσεις σου, (γιατί φυσικά δε βγάζεις τόσα που να μπορείς να πληρώσεις εφάπαξ) να αγωνιάς αν θα σου φτάσουν τα λεφτά για να βγάλεις τη βδομάδα, το μήνα, το χρόνο...
Ετσι λοιπόν με 600 ευρώ υπόλοιπο στους τραπεζικούς μου λογαριασμούς, τη δόση της εφορίας πληρωμένη ωστόσο, με την υπόθεσή μου να εκρεμμεί, με το αυτοκίνητο να κάθεται για πάνω απο ένα μήνα ακινητοποιημένο, και με την αίσθηση του αθώου που καταδικάστηκε γιατί βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος τυχαία και γιατί κάποιος πρέπει πάντα να πληρώνει τη νύφη κι αυτός ο κάποιος είναι ο πιο αδύναμος κρίκος.....
Το πιο σύντομο ανέκδοτο που κυκλοφορεί είναι <ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα>

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

MAMA ROMA...



Αν δεν έχεις πάει στη Ρώμη, είναι σα να μην έχεις πάει πουθενά, και ίσως επειδή είναι ένας σχετικά κοντινός προορισμός όλο το ανέβαλα, -έλα μωρέ στη Ρώμη πάω όποτε θέλω, δίπλα είναι, έλεγα- και περνούσε ο καιρός κι εγώ απο Ρώμη μόνο τη Ρόμα πίτσα έβλεπα κι αυτήν απο σχετικά μακρυά μιας και δεν είμαι λάτρης της ελληνικής εκδοχής της πίτσας που σερβίρεται κατά 95% στην επικράτεια.
Μέχρι που μια εκ των δύο αεροπορικών εταιριών της χώρας έβγαλε προσφορές με 5 ευρώ το εισητήριο που μαζί με τους φόρους έβγαινε λιγότερο απο 100 ευρώ και λέω -Να η ευκαιρία- Ετσι λοιπόν πήρα τη βαλιτσούλα μου, πλύθηκα, σενιαρίστηκα, -στη Ρώμη πήγαινα και ήθελα να έχω μια εσάνς Ιταλικής κομψότητας- και αφού πέρασα απο 2 ελέγχους και 2 duty free λόγω που η μικρή ταπεινή μου πόλη δε συνδέεται απευθείας με καμμιά Ευρωπαική πρωτεύουσα, πάτησα επιτέλους το ποδαράκι μου σε Ιταλικό έδαφος και ειδικότερα στα βρώμικα πλακάκια του Φιουμιντσίνο που δεν ξέρω τι σημαίνει ακριβώς αλλά εμένα μου κάνει σα καπνισμένο απ την πρώτη στιγμή που το άκουσα, ίσως απ το φούμο..Αφού παραλάβαμε τα πράγματα μας κάποια στιγμή με σχετική αγωνία, καθώς είναι τοις πάσοις γνωστό πως χάνονται σχεδόν πάντοτε οι αποσκευές στο εν λόγω μπάχαλο αεροδρόμιο της Ιταλίας, πήραμε ένα επίσης βρώμικο τρένο που μας οδήγησε στο Τέρμινι όπου και θα πέρναμε μετρό ή ταξί για το ξενοδοχείο μας, κάναμε το λάθος όμως και πήραμε ταξί, που μετά απ τη βρωμιά του τρένου, ήταν η αποθέωση της καθαριότητας την οποία αφού μας έκανε μια αγωνιστική κούρσα σε κάθε στενό της αιώνιας πόλης χρυσοπληρώσαμε δίνοντας όσα περίπου κόστισε το μισό αεροπορικό εισιτήριο και αποφασίζοντας αυτόματα οτι δε θα ξαναχρησιμοποιήσουμε ταξί για τις μέρες της διαμονής μας εκεί, αν θέλουμε να γυρίσουμε πίσω κι όχι να βγάλουμε καπέλο στο μετρό, φτάσαμε στο ξενοδοχείο μας. (Εδώ η συμπαθής τάξη των ταξιτζήδων θα πει ότι έχουμε το φθηνότερο ταξί στην Ευρώπη και είναι δικαιολογημένη η αύξηση που ζητάνε, αλλά διαπιστώσαμε μετά απο 2 μέρες που ξαναχρειάστηκε να πάρουμε ταξί ότι απλώς πέσαμε σε απατεώνα την πρώτη φορά πράγμα εντελώς συνηθισμένο και στην Ιταλία και στην Ελλάδα εξ ου και το ούνα φάτσα ούνα ράτσα και γιαυτό ας μην παίρνουν θάρρος οι έλληνες ταξιτζήδες...).
Το ξενοδοχείο ήταν μια χαρά και αφού τακτοποιηθίκαμε βγήκαμε για μια βόλτα αναγνώρισης στη γύρω περιοχή, κάναμε γύρω στους 15 γύρους τα γύρω τετράγωνα μέχρι να καταλήξουμε σε ένα εστιατόριο που ήτανε τελικά δίπλα στο ξενοδοχείο για κρασί και πίτσα, το εστιατόριο δεν ξέρω αν ήταν διάσημο, λειτουργούσε απ το 1930 ήταν γεμάτο ντόπιους μέχρι αργά και η πίτσα που φάγαμε ήταν απίστευτη, λεπτή ζύμη, λίγα υλικά, ελαφριά και ευκολόπεπτη το ίδο διαπιστώσαμε και όπου αλλού φάγαμε πίτσα γιατί βέβαια αυτό τρώγαμε τις μέρες που μέιναμε εκεί μαζι με πάστα φυσικά, το κάπνισμα απαγορευόταν στο συγκεκριμένο μαγαζί, αλλά και σε όλα τα άλλα όπως διαπιστώσαμε απ την επόμενη μέρα, παντού όμως, έτσι κάτσαμε έξω όση ώρα μείναμε εκεί μέχρι να μας διώξει ο αέρας και το κρύο που κάποια στιγμή μαζί με την ταλαιπωρία μας έκανε να φυγουμε άρον άρον για ύπνο, άλλωστε μας περίμενε μια δύσκολη μέρα..Το πρωί αφού σερβιρίστηκα ένα γερό πρωινό ξεκίνησα για το Βατικανό που ήταν πολύ κοντά μας, μια στάση απ το μετρό και ευτυχώς δεν είχε τις ουρές που έχει συνήθως για να το επισκευτείς και μπήκαμε απευθείας, αφού σταθήκαμε να χαζέψουμε την ελβετική φρουρά που δεν ξέρω ποιος τους περνάει απο κάστινγκ αλλά όλοι ήταν με εμφάνιση μοντέλου τουλάχιστον, καθώς και οι υπόλοιποι που δούλευαν εκεί, όσο για ντύσιμο, ένα έχω να πω:-έχεις την αίσθηση ότι είσαι μέσα στις σελίδες ανδρικού περιοδικού μόδας και όπως θα λεγε και μια παλιά γνωστή <κολάζουν και λεσβία>-!
Στο Βατικανό φάγαμε και όλη τη μέρα μιας και είναι άπειρα αυτά που θέλεις να δεις και το ένα καλύτερο απ το άλλο, ανέβηκα κάπου 3,499 σκαλοπάτια για να φτάσω αναψοκοκκινισμένη και στα πρόθυρα λιποθυμίας στον τρούλο του Αγίου Πετρου, κατέβηκα άλλα τόσα, μπήκα στο μουσείο, είδα τα απίστευτα αγάλματα του Μικελάντζελο και τους πίνακες της τεράστιας συλλογής του μουσείου, έπαθα αγκύλωση εχοντας το κεφάλι στο ταβάνι της καπέλα σιστίνα και χορτασμένη απο τέχνη για την υπόλοιπη μέρα και ίσως για το υπόλοιπο 210, κίνησα για μια καρμπονάρα αλά ρόμα και βόλτες στις πλατείες της γύρω περιοχής. Οι υπόλοιπες ημέρες κύλησαν κατ αυτόν τον τρόπο με μουσεία, πλατείες, εκκλησίες, καθότι πίνακες διάσημων ζωγράφων υπάρχουν σε κάθε εκκλησία σχεδόν, μαγαζιά, παγωτά, πίτσες, πάστα, κρασιά, καπουτσίνους(!) ένα βράδυ παρακολούθησα μια λειτουργία με χορωδία, εκκλησιαστικό όργανο και 40-50 πάστορες κάθε φυλής που ήταν σαν παράσταση, έμεινα έκθαμβη απ τη φοντάνα ντι τρέβι, θαύμασα την πιάτσα ντελ πόπολο, περπάτησα στην πιάτσα ναβόνε, φωτογράφησα και φωτογραφήθηκα στο κολλοσέο και το πάνθεον, θαύμασα πίνακες του Καραβάτζιο και αγάλματα του Μπερνίνι, και ζήλεψα τους Ρωμαίους που έχουν την τύχη να ζούν σε μια πόλη μουσείο σκεπτόμενη πως αν ζεις σε ένα τέτοιο περιβάλον δεν μπορεί να περνάς αδιάφορος μπροστά σε όλα αυτά κάπου θα σε αγγίξει η τέχνη, με κάποιον τρόπο...και για πότε πέρασανε οι 4 μέρες χαμπάρι δεν πήρα όταν ξαναβρέθηκα στα τσεκίν του Φιουμιντσίνο-φούμο για να επιβιβαστώ να ξαναπεράσω 2 αεροδρόμια και 2 duty free να αφήσω το σπουμάντε που αγόρασα στο ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ επειδή έκριναν ότι κακώς δε μου το σφράγισαν απ την Ιταλία και το ήπιαν το ίδιο βράδυ μια άπλυτη σεκιουριτού και η παρέα της και να ξαναβρεθώ στο διαφορετικό κρύο της πόλης μας που μου φάνηκε πιο γκρίζα απο ποτέ πιο άσχημη και πιο μίζερη και να προσπαθώ να ξαναμπώ στη ρουτίνα της καθημερινότητας με τους καρναβαλιστές που ετοιμάζονται για την παρέλαση της αποκριάς, με την κρίση να απλώνει τα γαμψά της νύχια πάνω απ την Ελλάδα, με το να ακούω σα λόγια παρηγοριάς πως και άλλες χώρες είναι στην ίδια χάλια οικονομική κατάσταση βλέπε Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, και δεν ξέρω για την Πορτογαλλία αλλά πραγματικά ποιον πάνε να κοροιδέψουν? έχουμε καμμία σχέση με την Ιταλία μια χώρα με βιομηχανία, βαριά βιομηχανία, design, μόδα? εμείς που δεν παράγουμε τίποτα? κάνοντας τέτοιες σκέψεις λοιπόν, όπως και το πως θα ήταν αν ανοιγα μια καντίνα και πουλούσα σουβλάκια έξω απο το κολοσσέο, μπήκα στα sites αεροπορικών εταιριών για το επόμενο ταξίδι που δεν ξέρω που θα είναι, αλλά ξέρω πως θα είναι σύντομα πολύ σύντομα....

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Ανάλαφρες σκέψεις για την χρεωκοπία που άργησε, αλλά θα ρθει....

έψαχνα μάταια για το άσπρο στη στέγη του απέναντι σπιτιού, αλλά το είχε ήδη λιώσει, έχει να χιονίσει παραπάνω απο τέσσερα χρόνια...Οι Κυριακάτικες εφημερίδες μετά απο πολύ καιρό, ζέστη και φρέσκος καφές, η χρεωκοπία που έρχεται απ τη μια και η αδυναμία να βρεις πάρκινγκ στον τεράστιο χώρο του εμπορικού κέντρου, το ίδιο και στο διπλανό και φαντάζομαι και στα υπόλοιπα της πόλης.
Και βουλιάζουμε και δεν αλλάζουμε γράφει ένα πανώ στα μπλόκα των αγροτών, με κακεντρέχεια σκέφτομαι ότι άν περικοπούν οι μισθοί, μόνο τότε θα συνετιστούν οι υπερκαταναλωτές συμπατριώτες μου, αν και ακόμη και τότε θα είναι αμφίβολο, όλο και κάποιο οικοπεδάκι, διαμερισματάκι, χωραφάκι θα εκποιήσουν για να μην φρενάρουν την απατηλή λάμψη της ματαιοδοξία τους.
Εχουν να σκουριάσουν καγιέν και τσερόκι απ τα πικρά δάκρυα των ιδιοκτητών τους που τα αγόρασαν και πλέον δεν θα μπορούν να τα πληρώσουν, θα κλάψουν οι λουί βιτόν και οι ερμές, οι γκούτσι και οι μπέρμπερις που αποκτήθηκαν με λίστα αναμονής ενός χρόνου και βάλε, Θα ανταλάσετε ένα καρβέλι ψωμί με ένα γκούτσι φόρεμα, δύο ντομάτες αντί μιας μπέρμπερι καμπαρντίνας, σχεδόν καινούργια, πάρε κόσμε. Φυσικά αυτοί που κατορθώνουν και επιβιώνουν των κρίσεων και σ αυτή εδώ θα είναι αυτοί που ήδη έβγαλαν τα κεφάλαιά τους εκτός χώρας, ή οι γνωστοί και απο τις ταινίες με θέμα την κατοχή μαυραγορίτες που τρίβουν απο τώρα τα χέρια τους κοιτάζοντας τις γεμάτες αποθήκες τους, ένα μπουκάλι λάδι αντί 10 χρυσών λιρών, ένα σακουλάκι φασόλια με το δαχτυλίδι της γιαγιάς που γράφει το όνομά σου...

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Πες το σύνθημα...

Καιρό έχω να γράψω, απο τότε που με ένα λεπτό μπουφανάκι ήσουνα μια χαρά στην πόλη ενώ τώρα, θέλεις γούνα κασκώλ και παρ' όλα αυτά το κρύο και η υγρασία σου τρυπάει το κόκκαλο, τα φωτάκια απ τα διπλανά μπαλκόνια φεγγοβολάνε. πότε ήρθαν τα χριστούγεννα, πότε κοντεύει να τελειώσει η χρονιά ούτε που το κατάλαβα, λέω να κάνω μια απογραφή της χρονιάς, λοιπόν έχουμε και λέμε:

1. ένα ταξίδι στη Βαρκελώνη στην αρχή της χρονιάς
2. πολύ δουλειά, λεφτά ακόμα....
3. η γέννηση της ανεψιάς μου
4. ο χωρισμός μου και μετά η επανασύνδεση
5. διακοπές στη Λέσβο 10 μέρες και 3 weekend στη διάρκεια του χρόνου.
6. πολλά γέλια, (κι αρκετό κλάμα)
8. Αλλαγή κυβέρνησης (περισσότερο σφίξιμο)
10. μια επέμβαση

Την καινούργια χρονιά αποφάσισα τα εξής:

1.Nα κυκλοφορώ κατά 70-80% μέσα στην πόλη με το ποδήλατο.
2.Να κόψω το κάπνισμα (κάτι σας θυμίζω ε?)
3.Να κάνω περισσότερη γυμναστική.
4.Να τρώω λιγότερα γλυκά.
5.Να κάνω ακόμα περισσότερες εκδρομές-βόλτες.
6.Να ακούω πιο πολύ μουσική.
7.Να διαβάζω περισσότερο, (έχω ένα χρόνο να πιάσω βιβλίο)
8.Να κάνω αποταμίευση
9.Να κάνω ένα νέο επαγγελματικό ξεκίνημα σε συνδυασμό με το παλιό ή και όχι.
10.Να ταξιδέψω περισσότερο (σε άγνωστο προορισμό κατά προτίμηση)

Μετά απ' ολα τα παραπάνω ένα έχω να πω:
Πες το σύνθημα.....3 μέρες για τα χριστούγεννα!

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

Αεριστήκατε?

Αεριστήκατε με ρώτησε η νοσηλεύτρια κάπου στις 5,30 το πρωί που ήρθε για το πρωινό εγερτήριο που περιλάμβανε έλεγχο πίεσης, θερμόμετρο, έλεγχο του ορού και της σακούλας που ήταν αναπόσπαστα αξεσουάρ τις τελευταίες δυο ημέρες μετά την εισαγωγή μου στην κλινική πολυτελείας για την επέμβαση ρουτίνας που μπήκα να κάνω με αισιοδοξία, μη ξέροντας τι με περιμένει.....Παρασκευή πρωί με όλο μου το θάρρος διάβηκα την πόρτα της κλινικής έκανα τις προβλεπόμενες αιματολογικές ακτινολογικές και ουρολογικές εξετάσεις και ήρθε η ώρα του κλύσματος που ούτε καν μου είχε περάσει απ το μυαλό, όπως επίσης και ο καθετήρας, πανιασμένη μετά απο όλα αυτά ανέβηκα στο φορείο για το χειρουργείο κι εκεί με περίμενε το χειρότερο, η αναισθησία θα ήταν τοπική! Εντρομη λιποθύμησα στα χέρια της νοσοκόμας που με κρατούσε όσο ο γιατρός μου τρύπαγε την σπονδυλική στήλη κι όταν μετά απο δευτερόλεπτα με συνέφεραν νόμιζα ότι όλα είχαν τελιώσει...αλλά φευ! η συνέχεια υπήρξε ακόμα πιο τρομακτική, τέσσερις - πέντε με πράσινες και μπλέ ρόμπες μιλούσαν και γελούσαν σα να μη συμβαίνει τίποτα, ο αναισθησιολόγος μου είπε ότι πλέον μούδιασα εντελώς κι ότι με είχαν ήδη κόψει! και στην αντανάκλαση των φώτων έβλεπα ένα τετράγωνο πράγμα που ήταν μέρος του σώματος μου κάτι σκούρο κόκκινο που μάλλον ήταν το συκώτι(!), γύρισα πλευρό γιατί ταυτόχρονα μου ρχόταν να τα βγάλω και προσπαθούσα να σκεφτώ μέσα στον πανικό μου οτιδήποτε άλλο.
κάποια στιγμή οι φωνές έπαψαν, η διαδικασία τελείωσε με ενημέρωσε ο γιατρός, όλα πήγαν καλά, με σκέπασαν και με μετέφεραν στην αίθουσα ανάνηψης, όπου έπρεπε να μείνω επί μια ώρα μόνη με τις σκέψεις μου και τα δόντια μου που χτύπαγαν, όταν πια με μετέφεραν στο δωμάτιο ήταν τρομακτικό ότι έβλεπα τα πόδια μου που δεν αισθανόμουν ότι ήταν δικά μου να τα μετακινούν για να με μεταφέρουν στο κρεβάτι. φοβήθηκα μήπως μου τα σπάσουν... Ακολούθησαν 3 ώρες που συνέχισα να μην τα αισθάνομαι με τα δόντια μου να χτυπούν και να τουρτουρίζω απ το κρύο, όταν πια πέρασε κι αυτό, ένας πόνος 100 φορές δυνατότερος απο αυτόν της περιόδου με χτύπησε που για να περάσει χρειάστηκαν 2 ενέσεις περιποιημένες που μου χουν αφήσει 2 εξίσου τεράστιες μελανιές και ένα πιάσιμο στην πλάτη. παρέμεινα κλινήρης όλη την υπόλοιπη μέρα καθώς και την επόμενη με μια χοντροκώλα έγκυο που περίμενε να γεννήσει κι έτρωγε συνεχώς σοκοφρέτες...εγώ δεν μπορούσα ούτε νερό να πιω. Την άλλη μέρα με μετέφεραν σε αλλο δωμάτιο πιο αεράτο απ το πρώτο με θέα όλη την πόλη με ακόμη μια έγκυο που γκρίνιαζε και ροχάλιζε σα τρένο νύχτα και μέρα! Η δεύτερη μέρα είχε τσάι στο μενού σκέτο μη φανταστείς, το οποίο όμως χάρηκα τόσο πολύ. Εκείνη την μέρα ήταν που με ρωτούσαν όλες οι νοσοκόμες όσες έμπαιναν στο δωμάτιο αεριστήκατε? ότι θα με ρωτούσαν τόσες πολλές φορές με τέτοιο ενδιαφέρον αν έκλασα ήταν κάτι που ποτέ δε μου ειχε περάσει απ το μυαλό ώς τότε...! Αφου τους διαβεβαίωσα ότι ναι αερίστηκα 3 φορές, τότε πια μου βγάλαν ορό και καθετήρα και το τσάι είχε και 2 φρυγανιές! που ήταν ότι νοστιμότερο έχω φάει εδώ και καιρό και το μεσημέρι κρεατόσουπα και γιαούρτι.Την άλλη μέρα μη μπορώντας να αντέξω άλλο το ροχαλητό της διπλανής δήλωσα ότι θα έφευγα μόνη μου έτσι και δε με βγάζανε αυτοί, αλλά ευτυχώς αν και αργά το μεσημέρι πήρα εξιτήριο και έφυγα τρέχοντας που λέει ο λόγος, γιατί όχι να τρέξω δεν μπορώ αλλά με το ζόρι περπατάω, έτσι τελείωσε η τετραήμερη εμπειρία μου.
Συμπεράσματα:
1. Αν δεν έχεις χρήματα, είσαι εντελώς ανήμπορος, επειδή κάποτε νοσηλέυτηκα σε κρατικο νοσοκομείο σε θάλαμο 8 ατόμων οι διαφορές μ αυτό που ήμουν τώρα ήταν μέρα με νύχτα. Απο την καθαριότητα, κάτι δεδομένο για ένα νοσοκομείο, μέχρι την ευγένεια του προσωπικού, όλου ανεξαιρέτως, απο το ενδιαφέρον όλων των νοσηλευτριών, την άμεση βοήθεια όταν και εφόσον τη χρειαστείς.
2. Τελικά η υγεία είναι το πολυτιμότερο αγαθό, ξαφνιάζεσαι όταν πράγματα τα οποία θεωρείς δεδομένα δεν είναι.
3. το όλο κουστούμι μου βγήκε 2000 ευρώ που πληρωσα απ τη τσέπη μου, τα υπόλοιπα 1000 περίπου πλήρωσε το ταμείο μου, ένα ταμείο το οποίο κάθε δίμηνο μου παίρνει 500+ ευρώ που πάνε τα λεφτά μας? δε θα πρεπε να τα πληρωνε όλα το ταμείο? που είναι η δωρεάν υγεία?
4. Όσα λεφτα και να με πλήρωναν δε θα μπορούσα να κάνω τη δουλειά της νοσοκόμας ή ακόμη και του γιατρού, μ αρέσει που μικρή έλεγα πως ήθελα να γίνω γιατρός, αυτό μέχρι το πρώτο σφράγισμα, που σχεδόν λιποθύμησα και αναθεώρησα.
5. Πλάκα πλάκα, τους βγάζω το καπέλο, εκεί που εμείς έχουμε να κάνουμε με προιόντα, αυτοί έχουν να κάνουν με ζωές, σκέφτομαι τη χαρά τους για μια επιτυχή επέμβαση και την απογοήτευσή τους αν κάτι πάει στραβά, δεν συγκρίνεται ούτε στο ελάχιστο.
6. Ενα μεγάλο ευχαριστώ στο νοσηλευτικό προσωπικό του Γέννεσις, δεν ξέρω αν τους παρακολουθούν με κάμερα συνεχώς και είναι τόσο άψογοι, αλλά εκεί καταλαβαίνεις τη διαφορά με τα κρατικά ιδρύματα. Καμμία σχέση!

Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Καλοκαιρινές μέρες και νύχτες vol 1

Η Ξυπόλυτη ντίβα, η μαύρη γαζέλα, σε κλοιό καύσωνα η χώρα, η λαμπερή Μαρία Σταματέρη, αυξήθηκε η τιμή της αμόλυβδης, έκτακτα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, η πύρηνη λαίλαπα, ο ρεπόρτερ Ιορδάνης, ο γνωστός άνκορμαν, ακολουθεί το δελτίο καιρού...
Τους σαρανταδύο έδειξε κάποια στιγμή μετά το μεσημέρι το θερμόμετρο του αυτοκινήτου, που είχε ανάψει τόσες ώρες στον ήλιο στο σκονισμένο πάρκιν του παραλιακού μπάρ που βρισκόταν μεταξύ δυο νομών.
Ο κόσμος που ερχόταν κατά δεκάδες δε χωρούσε πλέον ούτε στο όρθιο αφού οι ξαπλώστρες είχαν καταληφθεί απο νωρίς το πρωί. Το τάργκετ γκρούπ κυμαίνονταν μεταξύ 17 και 27 και έπιανε σε ποσοστό το 85% τουλάχιστον, απ αυτούς οι περισσότεροι ήταν αγόρια γυμνασμένα, αδύνατα τα περισσότερα, άλλα πιο φουσκωτά, υπήρχαν και κάποια πιο χοντρά, άλλα πιο λαικά που φορούσαν μπλούζες ομάδων της πόλης, τα κορίτσια ήταν αδιάφορα ένα πράμα, καυτό σορτσάκι ή μαγιό σε κάθε απίθανο χρώμα και σχέδιο, αδύνατες, παχουλές, χοντρές, άλλες με ψωμάκια, κυταρίτιδα,αλλά όλες με το μανικιούρ -πεντικιούρ και τα γνωστά γυαλιά υπερπαραγωγή, μερικές είχαν και φουλ μακιγιάζ κάτω απ τον καυτό ήλιο.
Νομίζω ότι χρειάζονται τουλάχιστον μια ώρα μέχρι να ετοιμαστούν για την παραλία.
Τα κορίτσια λέει ο φίλος μου, έχουν γίνει ένα πράγμα όλες, δεν τις ξεχωρίζεις, έχουν τσουλοποιηθεί του το λέει η μάνα του, και μαζί μ αυτό έχουν σηκώσει ψηλά τον αμανέ, τα αγόρια δεν τις κοιτάζουν πια, είναι ομοιόμορφες δεν ξεχωρίζουν στο πλήθος.... δε μιλάω.
Του εξηγώ την κατάσταση μου, εμείς οι δυό δίνουμε συμβουλές γιαυτά τα θέματα σε όλους, τι έχεις πάθει μου λέει δε σ αναγνωρίζω, σε περίμενα πιο αυτόνομη, εσένα μου λέει αναβόσβυνε στο μέτωπό σου η πινακίδα <χέστηκα>, λέω ξεμείναμε απο ρεύμα, κάτσε να βάλω το φορτιστή....
Πρέπει να μη χάνεις την αυτοπεποίθησή σου, υπάρχει εκεί έξω το επόμενο μοντέλο σε πιο βελτιωμένη έκδοση, χμμμ!
Βουτάμε και φεύγουμε μετά απο κανα δίωρο γιατί μας προκύπτει έτερος φίλος, αλλά και να μη γινόταν αυτό δεν μπορείς να κάτσεις για πολύ κάτω απ τη fake σκιά της ομπρέλας, κάποια στιγμή κορώνεις και θες να κλειστείς σε ένα δροσερό σπίτι.
Στην επιστροφή μ αφήνει σε μια διαστάυρωση, μπαίνω σε ένα εξίσου καυτό αυτοκίνητο και ξεκινάω απ την άλλη πλευρά της πόλης για άλλη παραλία, στο δρόμο όμως καταλήγω σε σπίτι που με κερνάνε μπύρα, φαγητό και πάμε για απογευματινό μπάνιο όπου απλώς μπαίνω για να πω ότι μπήκα μιας και οι υπόλοιποι δεν ακολουθούν..
Μετά νυχτώνει γλυκά κάτω απ τη σκιά μιας τέντας οι μεγάλοι παίζουν χαρτιά και τσιμπολογούν ποπ κορν και γαριδάκια εμείς μιλάμε με μισόλογα και υπονοούμενα.....

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009

Κι αν κολυμπούσαμε?

Το μεσημέρι η πόλη έβραζε, μαζί και το αυτοκίνητο, κάποιος είπε ότι θα ανέβει η θερμοκρασία σαράντα βαθμούς, δεν έπεσε έξω, το θερμόμετρο του αυτοκινήτου έδειξε μόλις τρεις βαθμούς πιο κάτω απ τους σαράντα, στο κέντρο θα τα είχε πιάσει σίγουρα, αλλά εγώ πήρα τον αυτοκινητόδρομο που οδηγεί έξω απ την πόλη. Το ραδιόφωνο έπαιζε ακόμα τον ίδιο σταθμό μισή ώρα μετά που βγήκαμε απ την πόλη, αλλά σε λίγο άρχισαν τα παράσιτα κι έπιασες ένα τυχαίο με λαικά, δεν ξέρω πόσο σ' αγαπώ τραγουδούσε κάποια μαζί με την Μοσχολιού και μετά ένα πολύ παλιό που έλεγε, την Κυριακή αυτή κάτι μου λείπει, και την Παρασκευή σκεφτόμουν απο μέσα μου και την Παρασκευή, και ανοιγόκλεισα τα μάτια μου που έτσουζαν δυο τρεις φορές ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον καθρέφτη....
Βρεθήκαμε σε ένα παραθαλάσσιο χωριό που ζούσε ακόμα στο τέλος της δεκαετίας του '70, η θάλασσα ήταν λάδι, μαγιό δεν είχαμε μαζί μας, επίτηδες δεν το πήρα, αν και μετάνιωσα γιαυτό βλέποντας την, η ατμόσφαιρα μύριζε κουνουπέλαιο, τα δυό μπαρ της παραλίας συναγωνίζονταν ποιο θα βάλει πιο δυνατά τη μουσική να σκεπάσει το άλλο, ακόμα και ο φρέντο είχε κάτι το παλιακό με μπόλικη πασπαλισμένη κανέλα απο πάνω, εξω απο ένα σπίτι στο πεζοδρόμιο καθόταν με τις καρεκλίτσες τους καμμιά δεκαριά γριές, κάτι χταπόδια λιαζόταν κρεμασμένα απο ένα σκοινί, δυο δεκατριάχρονα βρεχόταν με τα ρούχα κάτω απ το ντουζ της παραλίας, στο μυαλό μου σχηματιζόταν πλάνο πλάνο εικόνες απο μια ταινία που θα έκανα αν ήμουν σκηνοθέτης, αλλά δεν είμαι, χωρίς αυτό να είναι κάτι απαραίτητα κακό. Πόσο λαχτάρησα να κολυμπήσουμε σε κείνη τη θάλασσα, πως λαχταρούσα να μείνουμε εκεί, να πιούμε ούζα μέχρι αργά σε μια αυλή με φοίνικες και αναμένες δάδες, να προσποιούμαστε ότι δεν τρέχει τίποτα, ότι είμαστε-είμαι αλώβητη, με ανθρώπους που μας έχουν συνδυάσει μαζί, χωρίς να ξέρουν τίποτα, τι υπέροχη λέξη, συνδυασμός...ένα σούρουπο δίπλα σε μια θάλασσα λάδι που είμασταν έτοιμες να μπούμε και δεν μπήκαμε......