Follow by Email

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010








Basel-amsterdam-basel






Και έφτασε η πολυπόθητη μέρα που πήραμε το αεροπλάνο για να πάμε για άλλες χώρες Οταν το αεροπλάνο πετούσε πάνω απο τα καταπράσινα σαν απο καρτ ποστάλ χωράφια της Ελβετίας με τα σπίτια με τις τριγωνικές σκεπές καταλάβαμε ότι είμασταν κατά κάποιο τρόπο κι μεις μέρος της κάρτας, ανεβήκαμε σε ένα πεντακάθαρο τρένο που έφυγε 2-3 λεπτά πριν την ώρα του για τον κεντρικό σταθμό της πόλης, μετά πήραμε ένα εξίσου ακριβές τράμ για να φτάσουμε στο φουλ εξοπλισμένο διαμέρισμα που είχαμε κλείσει και να ξεχυθούμε έξω να γνωρίσουμε την πόλη χωρίς φανάρια (δε χρειάζονται, αφού όλοι κρατούν τις προτεραιότητες, πρώτα οι πεζοί, μετά τα ποδήλατα και μετά τα αυτοκίνητα που ήταν ελάχιστα) αυτό που μας έκανε εντύπωση μετά απο την ανυπαρξία φαναριών ήταν η ησυχία που υπήρχε, νομίζω πως μόνο εμείς ακουγόμασταν.
Ο πολιτισμός σε όλο του το μεγαλείο, καθαρά πεζοδρόμια και δρόμοι, τέλεια μέσα μαζικής μεταφορά, με πρόσβαση σε άτομα με ειδικές ανάγκες. Ο Ρήνος με τα ορμητικά νερά του που της δίνει και τη μεγαλύτερη ομορφιά, αλλά μετά τις 6 το απόγευμα το μόνο που μένει ανοιχτό είναι κάποια εστιατόρια και μπυραρίες κι αυτά ελάχιστα και μη φανταστείς μέχρι τις 11 το βράδυ και πολύ σου λέω.

Την επόμενη μέρα πήραμε το τρένο για μια εκδρομή στη Λουκέρνη όπου απολαύσαμε μια διαδρομή μέσα σε καταπράσινα ολοζώντανα χωράφια με αγελάδες και πρόβατα που κρεμόταν στις πλαγιές, τακτοποιημένους αχυρώνες και εξοχικά σπίτια, η χάιντι έλειπε για να ολοκληρωθεί η εικόνα....
Η Λουκέρνη χτισμένη γύρω απ τη λίμνη της, πιο τουριστική αλλά εξίσου πολιτισμένη, βολτάραμε γύρω γύρω κάθε στενό και σοκάκι που υπήρχε, φάγαμε μια τονωτική ζεστή σούπα γιατί είχαμε παγώσει εδώ που τα λέμε με την απότομη πτώση της θερμοκρασίας, φύγαμε με 38 και πέσαμε στους 20, κι άσε που είχαμε πάρει μαζί μας απο δύο βερμούδες και εκατό κοντομάνικα, τέτοια εξυπνάδα!
Και αφού αφήσαμε την Ελβετία ο επόμενος προορισμός μας ήταν το Αμστερνταμ, μέσα σε μια ώρα το αεροπλάνο είχε ετοιμαστεί για προσγείωση, το αεροδρόμιο τεράστιο και πολύβουο, φάγαμε κάτι υπέροχα κρουασάν και σάντουιτς απο το hema ή το albert hime δε θυμάμαι σε ποιο απο τα δύο, πληρώσαμε σε ευρώ με μεγάλη χαρά και σχεδόν τζάμπα μετά την ήττα με τα ελβετικά φράγκα και προπάντων τις ελβετικές τιμές.
Το Αμστερνταμ σε σχέση με τη Βασιλεία ήταν το αντίθετο εντελώς, κόσμος, φασαρία, κίνηση, νεανικό και χαρούμενο, και πολύ πολύ χαλαρό, ο κόσμος ήταν ωραία ντυμένος, (η Βασιλεία είχε κάτι το γερμανικό στο ντύσιμο, τύπου πέδιλο με κάλτσα) πέσαμε και σε ένα φεστιβάλ που όλα τα κανάλια ήταν γεμάτα με πλοιάρια κάθε είδους με ντόπιους που διασκέδαζαν τρώγοντας και πίνοντας στις βάρκες τους διασχίζοντας την πόλη απ άκρη σ' άκρη, πολλοί μάλιστα ντυμένοι με ναυτικά ρούχα (η χαρά των gaybar, διότι κι εκεί πολλοί ήταν ντυμένοι ναυτάκια) κι άλλοι με παραδοσιακά καπέλα.
Η πόλη είναι πολύ όμορφη όπως φαντάζομαι κάθε πόλη με κανάλια και νερό γενικότερα, ήταν βέβαια αρκετά βρώμικη, τα μπάρ, τα εστιατόρια, τα coffee shops, ακόμα και οι πλατείες ήταν όλα γεμάτα έως αργά το βράδυ, είχε φαγητό απ όποια εθνική κουζίνα λαχταρούσες να φας, κυρίως ινδονησιακή λόγω των αποικιών, αλλά και μαλαισιανή και ταυλανδέζικη και πολλά αργεντίνικα και μεξικάνικα εστιατόρια και φυσικά φαγητό του δρόμου νοστιμότατο και φθηνό.
Τα ποδήλατα είναι το κυρίαρχο μέσο μεταφοράς και φυσικά νοικιάσαμε κι εμείς και μετακινούμασταν με αυτά.
Ηπιαμε πολλές hoegarden, φωτογραφίσαμε τα κανάλια, θαυμάσαμε την αρχιτεκτονική των σπιτιών, είδαμε με δέος τα ηλιοτρόπια στο μουσείο Βαν Γκογκ, την chinatown, την περιοχή γιόορνταν, το αρχιτεκτονικό μουσείο και το νέμο, φάγαμε πανκέικς με βούτυρο και άχνη ζάχαρη (τώρα καταλαβαίνω γιατί οι Ολλανδοί είναι όλοι πάνω απο 1,80 και οι Ολλανδέζες καπουλ-ι-άτες) κροκέτεν και πατάτες με μαγιονέζα, δυστηχώς δεν καταφέραμε να βγούμε έξω απο την πόλη και να πάμε και κάπου αλλού, αλλά είπαμε να αφήσουμε κάτι για την επόμενη φορά..Η επάνοδος μας στη Βασιλεία έγινε μέσα σε υπερβολική για την περιοχή ζέστη, κάναμε μια βόλτα στην πόλη και καταλύσαμε στο ξενοδοχείο που είχαμε κλείσει λίγο πιο μετά απο τα σύνορα της Ελβετίας με τη Γαλλία στο saint Louis, την πόλη φάντασμα, όπου παρά το μέγεθός της ήταν έρημη, απο τις 3 το μεσημέρι δεν κυκλοφορούσε ψυχή.
Και έτσι έκλεισε το 7ημερο ταξίδι στο εξωτερικό με την επιστροφή μας την άλλη μέρα τα χαράματα στη Θεσσαλονίκη που για άλλη μια φορά μου φάνηκε φτωχή και μίζερη, απο το αεροδρόμιο, μέχρι τις στέγες των σπιτιών με τις κεραίες και τους ηλιακούς θερμοσύμφωνες που γυάλιζαν στον καυτό ήλιο....

Πάντα καλοκαίρι

Τελευταία μέρα του καλοκαιριού επίσημα, ακόμη δεν μπορώ να συνέρθω, τα μάτια απο τις εικόνες και το σώμα απ' το περπάτημα. Φέτος έβαλα μια σειρά στις διακοπές μου, μια βδομάδα στη θάλασσα, μια βδομάδα στον τόπο καταγωγής, και μια βδομάδα εξωτερικό που ήταν και πρώτη φορά που θα πήγαινα τέτοια εποχή.
Οι διακοπές άρχισαν 30 Ιουλίου σε ένα κάμπινγκ της Σιθωνίας, απ το πρωί βουτιές στα πεντακάθαρα νερά, αν άνοιγες τα μάτια, έβλεπες τα ψάρια να κολυμπούν μαζί σου, φαγητό στην ταβέρνα του κάμπινγκ, παγωμένες μπύρες και καρπούζι, ρακέτες και κολύμπι ξανά και ξανά.
Οι χαρακτήρες ξεδιάλυναν τις πρώτες μέρες οι λουσάτες που φορούσαν κάθε μέρα κι άλλο μαγιό και είχαν κάνει μανικιούρ πεντικιούρ και ίσως και κομμωτήριο για να βγούν και να λιαστούν στην παραλία, ο μεσαιοεργολάβος με το φουσκωτό που το καμάρωνε όλη την ώρα και μπαινόβγαινε στο λιμάνι μερικά μέτρα ίσα για να το ακούσει να δουλεύει. Ο τύπος με τη λουξ τζιπάρα που καθόταν με τη γκόμενα στο πορτ μπαγκαζ και τρώγαν κονσέρβες αφού προφανώς το τζίπ του τρωγε όλο το μισθό κάθε μήνα για τις δόσεις και που λεφτά για καρέκλες...
Ο τύπος με τα μακρυά μαλλιά και το τζέτ σκι που μάρσαρε συνέχεια, οι δύτες που κάναν μαθήματα καταδύσεων κάθε μέρα την ίδια ώρα, το ζευγάρι ηλικιωμένων που γύρω στις 8 ερχόταν χέρι χέρι για μπάνιο, ένα μάτσο κορίτσια στην εφηβεία που τρέχαν γύρω γύρω με μερικά αγόρια να τα ακολουθούν μικρά κι αυτά αλλά ανυποψίαστα ακόμα, το βράδυ στα ντουζ δεν προλάβαινες να παίρνεις σειρά στον καθρέφτη με τις κολώνιες να παίρνουν και να δίνουν και τα μαλλιά να καίγονται απ το πολύ πιστολάκι, αλλά εφηβεία είναι αυτή δικαιολογεί τα πάντα, άλλωστε μετά άρχιζε η πασαρέλα πάνω κάτω σε όλο το κάμπινγκ κι έπρεπε να είναι στην τρίχα όλες.
Τις είχαμε βάλει ονόματα η Τζένιφερ (που είχε τα φρύδια της Τζένιφερ Κόνελυ) και ήταν η μέχρι πριν την προέλαση των Ιταλίδων η πριγκίπισσα του κάμπινγκ, η Μάτζι που ήταν η Βουλγάρα και έμοιαζε με μια γνωστή μας και τη συναγωνίζονταν επάξια μέχρι που της πήρε τον τίτλο όταν η Τζένιφερ εξαφανίστηκε στο τροχόσπιτο για μερικές μέρες αφού κάποιοι την είδαν που πήγε πίσω στα βραχάκια με τον Αλεξ και το σφύριξαν στους δικούς της οι οποίοι με τη σειρά τους της περιόρισαν τις πολλές βόλτες...
Οι φυλές μπερδεύονταν Ελληνίδες και Βουλγάρες συννενοούνταν με σπαστά αγγλικά oh my hand, oh my leg...αλλά όταν κατέφθασαν οι Ιταλίδες τις εκτόπισαν όλες με τα ντυσίματα και τη φυσική τους κομψότητα και η ζήλεια έφτασε σε επικύνδυνα επίπεδα.. Ευτυχώς την τελευταία μέρα τα πράγματα αποκαταστάθηκαν αφού όλες και όλοι μαζί Ελληνες, Βούλγαροι και Ιταλοί έκαναν βουτιές απ το μώλο και επέλεξαν για την εκτόνωση των εφηβικών τους ορμών τον πιο ήπιο τρόπο, κάνοντας άλματα, χορευτικές φιγούρες και στροφές με στόχο την καλύτερη βουτιά....
Αφού έβγαλα τη σκόνη του κάμπινγκ απο πάνω μου έφυγα για Βορρά για μια βδομάδα με γονείς και παιδικούς φίλους, με πολύ ζέστη και κουνούπια που τσιμπούσαν ανελέητα και που μετά απο τόσα χρόνια παραμονής σε άλλα μέρη όσο να ναι τα ξεσυνηθίζεις.
Με βόλτες στα γύρω χωριά, με ημερήσια εκδρομή στη Βουλγαρική επαρχία όπου είδα εικόνες μιας άλλης εποχής, κάρα με γαιδουράκια στο δρόμο, εργατικές τρισάθλιες πολυκατοικίες, τενεκεδένια αυτοσχέδια περίπτερα που πωλούσαν παγωτό μηχανής και καζάνι με λάδι για υπερμεγέθεις λουκουμάδες που τις πασπάλιζαν με άχνη ζάχαρη κι ο κόσμος τις αγόραζε πέντε πέντε, ο καφές που ζήτησα να πιω και που αναγραφόταν στη βιτρίνα του κατακαημένου καφενείου-καφετέριας και ήταν εσπρέσσο, μου σερβιρίστηκε χωρίς να ανακατευτεί, μια κουταλιά καφές πάνω σε ένα φλυτζάνι γάλα, αλλά οι τιμές δεν μπορώ να πώ, ένα λέβα ο καφές που αντοιστοιχεί σε μισό ευρώ και μισό λέβα ο λουκουμάς, τσάμπα πράμα για μας, τώρα τους καταλαβαίνω τους συνταξιούχους που αγοράζουν σπίτια στη Βουλγαρία, αφού η σύνταξή τους φτάνει μόνο για εκεί να ζήσουν είναι πολύ πολύ λογικό.
Η πόλη μου τα συνηθισμένα, κίνηση μέρα νύχτα στους δρόμους της, οι ταβέρνες και τα μπαρ της παραλιακής ασφυκτικά γεμάτα, ο κόσμος ζεί σε μια άλλη κατάσταση, αυτή των ενοικίων που συμπληρώνουν το μισθό, με τα οπωροκηπευτικά και τα αυγά απ το χωριό ή με την καλή σύνταξη της γερμανίας, οπότε ξοδεύει ακόμα.
Η τρίτη βδομάδα όμως έφτασε και ημέρα Τρίτη πετούσα για Βασιλεία, αλλά αυτά θα σου τα πω σε επόμενο ποστ....