Follow by Email

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Παππού....

Θυμάμαι ένα διπλό κρεβάτι στην κρεβατοκάμαρα του παππού και της γιαγιάς, όχι την καλή, την πρόχειρη, τη γιαγιά να με βάζει για ύπνο το μεσημέρι και να μου τραγουδά νανουρίσματα που μου φέρναν θλίψη πιο πολύ για μοιρολόγια μου φαινόταν και της έλεγα να σταματήσει, περισσότερο απ τη διαδικασία του μεσημεριανού ύπνου σιχαινόμουν τα κλαψιάρικα νανουρίσματα της γιαγιάς καθώς και τα επίμονα φιλιά της, ο παππούς ξάπλωνε στο κρεβάτι μπας και με κάνει να κοιμηθώ και μου έκλεινε συνομωτικά το μάτι, τον αγαπούσα τον παππού,  ήταν κάπου 2 μέτρα ψηλός, γεροδεμένος, όμορφος με γαλανά μάτια και ήταν πάντα λιγόλογος, τη γιαγιά πάλι καθόλου, απλώς την ανεχόμουν....
εγώ που να κλείσω τα μάτια μου μεσημεριάτικα, το μυαλό μου ήταν έξω στα παιχνίδια...
Αργότερα στην αυλή του σπιτιού τους, παίζαμε και ταυτόχρονα κάναμε εξερέυνηση με την παρέα και κόβαμε μήλα απ το δένδρο που ήταν μικρά καταπράσινα και γλυκά,  μπορεί να τρώγαμε καμμιά δεκαριά μήλα ο καθένας με αποτέλεσμα να κρατάμε την κοιλιά μας και να τρέχουμε στην τουαλέτα... αυτοί  έλλειπαν στη Γερμανία μετανάστες  ....
Ένα καλοκαίρι στα 13 μου πήγαμε στη Γερμανία μαζί με τη θεία μου τη Μ που υπεραγαπούσα, αυτή στα 20 τόσα της τότε κοπέλα με καμπάνες παντελόνια και πέδιλα με κρεπ τακούνια ξανθά μαλλιά και μακιγιάζ της εποχής μπλέ σκιά κραγιόν και στενά πουκάμισα ή t-sirt.
Ταξιδέψαμε σε ένα βρώμικο παλιό τρένο, σε κουπέ, το οποίο ήταν τόσο αργό που νόμιζες ότι αν περπατούσες θα κανες πιο γρήγορα, το ταξίδι κράτησε 3 μέρες και  αυτό που θυμάμαι είναι κόσμος πολύς στα κουπέ μεταξύ των οποίων και πολλοί γνωστοί απ το χωριό που πήγαιναν για να επισκευθούν δικούς τους ή για να εγκατασταθούν μονίμως στη Γερμανία.  Οι ατέλειωτες ώρες του ταξιδιού περνούσαν με το  να καπνίζουν, να τρώνε σπόρια που τα φλούδια τους τα πετούσαν κάτω στο πάτωμα (!) να τρώνε ψωμοτύρι και κονσέρβες και το βράδυ να ξαπλώνουν όπως να ναι με τα πόδια τους σχεδόν στα πρόσωπά μας .
Νομίζω πως σε όλο το ταξίδι την έβγαλα στο διάδρομο να βλέπω τους φαντάρους που κατέβαιναν σε κάθε πόλη που σταματούσε το τρένο, εννοείται πως όταν έβγαζες το κεφάλι σου απ το παράθυρο το πρόσωπό σου γέμιζε μαυρίλες, ήταν ο γνωστός καρβουνιάρης....
Πρώτο ταξίδι εκτός περιοχής για μένα και προσπαθούσα να κλέψω εικόνες απο κάθε σταθμό, τρίγωνες τυρόπιτες τεράστιες στη Δράμα, πλήθος κόσμου στη Θεσσαλονίκη να προσπαθεί να στριμωχτεί όπως όπως....
Σκόπια χαμόσπιτα και όλη η πόλη ένας γύφτικος μαχαλάς, Βελιγράδι εντελώς διαφορετική πόλη με κτίρια που δεν έμοιαζαν με τα δικά μας κι ένα ποτάμι στη μέση, Αυστριακές άλπεις σταθμός πάνω στα βουνά με τις χιονισμένες κορφές Ιούνιο μήνα και ξύλινα σπιτάκια παντού.....
Όταν κάποτε φτάσαμε στη Γερμανία μπήκαμε σε άλλο τρένο που ήτανε μέρα με τη νύχτα με αυτό που ήρθαμε απο την Ελλάδα, γυαλισμένο, καθαρό και σαφώς πολύ πιο γρήγορο απ τον καρβουνιάρη, μέσα σε μια ώρα φτάσαμε στο Ραουνχάιμ, στο χωριό που έμεναν  ο παππούς και η γιαγιά, το σπίτι τους ήταν ένα διαμέρισμα σε ένα διόροφο όλο κι όλο 2 δωματιάκια με το ένα να είναι και κουζίνα μαζί, στην κουζίνα υπήρχε μια ξυλόσομπα που τις επόμενες μέρες χρησίμευσε σαν κάδος σκουπιδιών για τα αποτσίγαρα που έριχνα εκεί απο τα H&B που κάπνιζα μετά μανίας τις ατέλειωτες ώρες που έμενα μόνη τα πρωινά που οι υπόλοιποι δούλευαν.
Πόσα βιβλία να διαβάσεις και πόσες φορές να ακούσεις το ρεσιτάλ του Χατζή με τη Μαρινέλλα που ήταν στις κασσέτες που κουβάλησε η Μ απ την Ελλάδα μαζί με τον Πάριο που ήταν ο αγαπημένος της τραγουδιστής....
Εξω φυσικά πέρα απ την αυλή και τη γωνία του δρόμου απαγορευόταν να βγω έτσι πήγαινα μέχρι το αυτόματο μηχάνημα των τσιγάρων και αγόραζα το πακέτο μου με τα 2 μάρκα που κόστιζε τότε κι έκλεβα με μεγάλη άνεση απ το πορτοφόλι της γιαγιάς....
Απέναντι απο το διόροφο που μέναμε υπήρχε μονοκατοικία με τεράστια αυλή με γκαζόν πολύ περιποιημένη γεμάτη  λουλούδια και δένδρα, εκεί  έμενε μια γερμανίδα και  καλό θα ήταν να μην πολυπλησιάζω γιατί ήταν πολύ αυστηρή, φυσικά απο την πρώτη στιγμή ήθελα  να σκαρφαλώσω στα ψηλά κάγκελα και να αρχίσω την εξερεύνηση του εσωτερικού της, εκεί κατάλαβα πως οι μετανάστες είναι αυτοί που κάθονται σε 2 δωμάτια στις πολυκατοικίες, ενώ οι ντόπιοι σε πολυτελείς μονοκατοικίες με αυλές, άρα στην Ελλάδα ήμασταν αριστοκράτες.....
Τους τρεις αυτούς μήνες τρεφόμουν με μπανάνες λόγω έλλειψης τους στην Ελλάδα που απαγορεύοταν οι εισαγωγή τους, κρέμες σοκολάτα και μαύρο γερμανικό ψωμί που ακόμη θυμάμαι τη μυρωδιά του, με βουρστ όταν έτρωγε ο παππούς,  καθώς και γλυκιά μπύρα παιδική που άνετα θα την έπινα και τώρα με αφρό κανονικό που μου αγόραζε, η γιαγιά πάλι προσκολλημένη στις συνήθειες της παλιάς της ζωής έτρωγε φέτα χειρίστης ποιότητας και νοστιμιάς που αγόραζε πανάκριβα απο τούρκικα μπακάλικα με άσπρο ψωμί και αρνιόταν να μιλήσει τη γλώσσα τους.....
Λογικό ήταν με τόση μπανάνα να με πιάσει  κρίση δυσκοιλιότητας και απο τότε μου μεινε ....
Δεν μπορώ να καταλάβω πως ενώ βρισκόμουν στην πηγή της σοκολάτας με τις απίστευτες ποικιλίες να μη μου κάνει  αίσθηση να φάω, σε όλο το διάστημα των τριών μηνών που έμεινα εκεί ζήτημα είναι αν έφαγα μία σοκολάτα και  είναι παράξενο γιατί τα καλοκαίρια που ερχόταν ή όταν στέλναν δέμα οι παπούδες έτρωγα μετά μανίας τις σοκολάτες εδικά αυτές με το σταφύλι και τους ξηρούς καρπούς και τις τομπλερόνε....,
Οταν ξυπνούσε ο παππούς που δούλευε βραδυνός στο αεροδρόμιο και ξυπνούσε γύρω στις 11 το πρωί μ' έπαιρνε και φεύγαμε με τα ποδήλατα βόλτα για το γειτονικό Ρουσελσχάιμ που απείχε γύρω στα 5-6 χιλιόμετρα, ο παππούς είχε γύρω στα 4-5 ποδήλατα όλων των μεγεθών που έβρισκε παρατημένα εδώ κι εκεί και τα μάζευε αφού κανένας δεν τα μετακινούσε μετά απο μήνες.
Η διαδρομή ήταν μαγευτική μέσα απο το δάσος  στο ασφαλτωμένο δρομάκι που υπήρχε εκεί και απαγορεύοταν φυσικά η είσοδος στα αυτοκίνητα, στη διαδρομή έβλεπα σκίουρους, ελάφια ακόμα και αλεπούδες που μας κοιτούσαν με περιέργεια....

Συνήθως σταματούσαμε στο τεράστιο super markt  για τα ψώνια που μπορούσαμε να κουβαλήσουμε με τα ποδήλατα, τα μεγαλύτερα ψώνια γινόταν το Σάββατο και τα κανόνιζε η γιαγιά σε ακόμα μεγαλύτερο μάρκετ με περίεργο όνομα C&A ή κάτι παρόμοιο....
 
Τα Σάββατα όμως ήταν ξεχωριστή μέρα γιατί το απόγευμα πηγαίναμε και στο πάρκο που υπήρχε καντίνα με τηγανιτές πατάτες με κέτσαπ που απαραιτήτως μου αγόραζαν και έτερη καντίνα με παγωτό που όλοι απεύφευγαν να μου πάρουν ακόμη κι εγώ η ίδια παρά τη λαχτάρα, γιατί ταλαιπωριόμουν απο πρησμένες αμυγδαλές και πονόλαιμο ακόμη και το καλοκαίρι.....
Το highlight του καλοκαιριού ήταν όταν πήγαμε ημερήσια εκδρομή  στη Φρανκφούρτη εγώ και ο παππούς στον τεράστιο ζωολογικό κήπο και περάσαμε όλη τη μέρα εκεί, είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου τόσα ζώα, θυμάμαι χαρακτηριστικά τις καμηλοπαρδάλεις που έβγαζαν τα κεφάλια τους έξω απ το φράχτη, τις αρκούδες και τους πιθήκους, έφαγα λουκάνικα για πρώτη φορά, τα δικά μας τα χωριάτικα τα Ελληνικά με τα ξύγκια τα σιχαινόμουν και δεν τα βαζα στο στόμα μου,  και μετά απο ώρες εκεί με πήγε στο αεροδρόμιο για να μου δείξει που δουλεύει και ήταν ότι πιο μεγάλο και σύγχρονο είχα δει στη ζωή μου.
Το απόγευμα πριν φύγουμε χάζεψα τα ποταμόπλοια στο Ρήνο χαιρετώντας τους επιβάτες με την επιθυμία να ταξιδέψω κι εγώ κάποτε σε ένα απο αυτά αυτά.
Εκτός απο τις πολλές εικόνες που μου μειναν απ το ταξίδι μου  αυτό που μου κανε εντύπωση ήταν η απίστευτη καθαριότητα παντού, ακόμη θυμάμαι το σταθμό του τρένου στο χωριό με τις καθαρές πλάκες που άστραφταν και δεν υπήρχε ούτε γόπα παρόλο το πλήθος που περνούσε καθημερινά απο εκεί.
Θυμάμαι τη φορά που πήγα να πετάξω κάτω ένα χαρτάκι που μ' έβαλε ο παππούς και το μάζεψα γιατί ενδεχόταν να μου κάνει παρατήρηση κάποιος αστυνομικός, ή την άλλη φορά που πήγα να ανεβώ στο λεωφορείο σπρώχνοντας όπως συνηθιζόταν στο χωριό μας, αλλά μου είπε πριν το κάνω ότι εδώ περιμένουν όλοι στη σειρά για να μπουν αφού πρώτα κατεβούν αυτοί που είναι ήδη επάνω, απόρησα φυσικά και ρώτησα πως θα βρούμε θέση αν δεν μπούμε πρώτοι και μου είπε πως μπορεί να βρούμε μπορεί και να μη βρούμε έτσι είναι, αλλιώς θα πάρουμε το επόμενο....
Παράξενα έθιμα είχε ο κόσμος εδώ....
Εντύπωση επίσης μου έκανε το γεγονός ότι το χωριό τι χωριό δηλαδή, ολόκληρη πόλη είκοσι και πλέον χιλιάδων κατοίκων ήταν  έρημο τα βράδια, στις δέκα το βράδυ δεν κυκλοφορούσε ψυχή ζώσα και μόνο τα φώτα απο τις τρεις μπυραρίες έφεγγαν με τους λιγοστούς θαμώνες τους και να σκεφτείς πως ήταν καλοκαίρι που εμείς στο χωριό το καλοκαίρι δεν μπαίναμε στο σπίτι πριν τις δώδεκα απ την πλατεία του χωριού, αλλά εδώ λέει δούλευαν όλοι απ τις έξι το πρωί και έτσι κοιμόταν το βράδυ και τα Σάββατα πήγαιναν στις μπυραρίες μεταξύ των οποίων και μια που την είχε κάποιος Έλληνας και πήγαινε κι ο παππούς, εννοείται ότι ήθελα να πάω κι εγώ...

Κάποια μέρα μετά απο 2 μήνες ανακαλύφθηκε το μυστικό μου ντουλάπι-κάδος σκουπιδιών μέσα στη σόμπα που έπρεπε να καθαρίσει ο παππούς για να είναι έτοιμη για τον χειμώνα που δε θα αργούσε και βγήκαν στη φόρα οι όχι και λίγες γόπες που είχα αφελώς πετάξει εκεί λες και ποτέ δε θα ανακαλύπτονταν..
Απ τον παππού δέχτηκα κάποια επίπληξη, απ τη γιαγιά πολύ γκρίνια και απ τη θεία λίγες ξυλιές και φοβέρες ότι θα το πει στον πατέρα μου αν συνεχίσω να καπνίζω....εννοείται ότι το κοψα για τα επόμενα χρόνια μέχρι να το ξαναπιάσω μετά τα 19....
Δε θυμάμαι τίποτε απ την επιστροφή που μου φάνηκε πιο γρήγορη και πιο κουραστική, αυτό που θυμάμαι είναι χρόνια αργότερα ίσως και δέκα όταν ο παππούς αγόρασε αυτοκίνητο και έκανε μαθήματα οδήγησης κάπου πενήντα με εξήντα για να πάρει το δίπλωμα ,πράγμα που έκανε τον πατέρα μου να αστειεύεται με το γεγονός και να τον ανεβοκατεβάζει ατζαμή και εμένα να γελάω που προσφάτως είχα πάρει το δίπλωμα και είχα την ευχαίρεια της οδήγησης πολύ πιο πριν.....
Όταν έστειλε το αυτοκίνητο απο τη Γερμανία με το τρένο κι έπρεπε να το βάζουμε κάπου κάπου μπροστά για να μην πέσει η μπαταρία και να το κάνουμε μια μικρή βόλτα εντός της αυλής, το καθήκον έπεσε σε μένα μιας και ο πατέρας μου πάντα πολυάσχολος, δεν είχε την ώρα να το κάνει, μπαινόβγαζα την ασκόνα απ την αποθήκη με μεγάλη άνεση, την έκανα μια βόλτα στο χωριό και την ξανάβαζα μέσα και το κανα πάντα με τόση ευχαρίστηση όπως όταν έπιανα τιμόνι στα χέρια μου....
Αλλά όταν γύρισαν απο τη Γερμανία για πάντα και του ζήτησα 2-3 φορές να πάω μια βόλτα γιατί δεν μπορούσε να μου δώσει ο πατέρας μου το δικό του, δε μου το δωσε ποτέ, αν κι έβλεπα ότι το σκεφτόταν και έριχνα το φταίξιμο στη γιαγιά που ήταν ευκολότερο να την κατηγορήσω κι αυτή ήταν η μόνη μελανή κηλίδα στη σχέση μας, αλλά με τα χρόνια όμως αποκτώντας το πρώτο μου όπελ καντέτ το παλιό του πατέρα μου, το ξεπέρασα και τον συγχώρεσα....
Πέρυσι όταν γύρισα απ το ταξίδι μου στα χωριά της Βόνης τον ρώτησα αν το μετάνιωσε που πήγε εκεί, μου είπε πως αν μπορούσε θα έμενε κι άλλο, αν δηλαδή τα παιδιά του ήταν κι αυτά στη Γερμανία θα μενε κι άλλο, συνήθισε τον τρόπο ζωής εκεί,  μετά είχαν αποκτήσει ένα καλύτερο σπίτι μονοκατοικία με αυλή που έσπερνε κρεμμύδια, σκόρδα, ντομάτες και γινόταν τόσο ωραία και μεγάλα και τόσο εύκολα, παρόλο που το κλίμα εκεί είναι πιο κρύο, εδώ ακόμη και το χώμα είναι στραβό και με το ζόρι γίνονται μου είπε φανερά  επηρεασμένος απο την κατάσταση της χώρας......
Πριν 2 βδομάδες τον είδα στο νοσοκομείο, είχε μείνει μισός, τι μισός, μισότερος κι απο μισός, τα γαλανά του μάτια θαρρείς κι αλλάξαν χρώμα ήταν σκούρο μπλέ, το βλέμμα τρομαγμένο αεικίνητο, ένας σωλήνας ξεκινούσε απ την πλάτη του και κατέληγε σε ένα μηχάνημα, κατι σακουλάκια κρεμόταν απο ένα γάντζο, απο έναν άλλο γάντζο ορός και σακούλες κάτω απ το κρεβάτι, σωληνάκια στη μύτη και ένα μηχάνημα σα μπαταρία για να αναπνέει, είναι στο τελευταίο στάδιο, το διαισθάνεται ακόμα πριν γίνουν τοσο χάλια τα πράγματα και χωρίς να του το πουν, ζήτησε να θαφτεί πλάι στην κόρη που χάσανε στα εννιά της, που ποτέ δε σκέφτηκα, ενώ έχω το όνομά της.....