Follow by Email

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Βόλτα στο δάσος

Μια Κυριακή με καλό καιρό αποφάσισα να πάω μια εκδρομή στο δάσος που είναι δίπλα στο σπίτι μου και














αντίκρυσα αυτά....

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

X στο τετράγωνο

Η Χ ήρθε στη ζωή μου το 2003 όχι απο την πόρτα, απ το παράθυρο, απο ένα παράθυρο του ίντερνετ, απο τότε άλλαξε ο κόσμος, έγινε πιο γλυκός, πιο χαρούμενος πιο χρωματιστός.
Είναι λιγομίλητη, σοβαρή, έχει αστεία φάτσα και μαλλιά...καρτούν την έλεγα πριν απο χρόνια...
Όταν είμαστε μόνες μας, μου κάνει διάφορα χαζά για να γελάω, γκριμάτσες, φωνούλες, κραυγούλες, με αγκαλιάζει και με φιλάει συνεχώς, μου φτιάχνει τα μαλλιά βάζοντας τα <μαγικό> σαλάκι...
απο τότε έκοψα το τζέλ, το μαγικό σαλάκι είναι ανώτερο όλων.
Για χάρη μου εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, ευτυχώς την αγάπησε, της αρέσει, δυστυχώς δούλεψε για λίγα χρόνια σ' αυτό που σπούδασε, η πόλη δεν έχει δουλειές, όνειρό της είναι να χτίσει ένα σπίτι, τουλάχιστον, θα το χτίσει κάποτε είμαι σίγουρη, ακόμα κι αν χρειαστεί να το χτίσει με τα ίδια της τα χέρια.
Της αρέσουν οι απλές φόρμες, απεχθάνεται τα κάγκελα, τα πολλά πολλά χρώματα, τις αρχαιοπρεπείς κολώνες, τα ρουστίκ, τα πολλά στολίδια.
Πιστεύει στο less is more και το εννοεί.
Ντύνεται απλά, σιχαίνεται τα πλουμιστά ρούχα, τα τσιφτετέλια, ξέρει απο μουσική.
Δεν πετάει ποτέ τίποτα, με το ζόρι όταν κάνω εκκαθάριση της ντουλάπας εγώ πετάω 2 σακούλες σκουπιδιών κι αυτή μια-δυό μπλούζα το πολύ.
Δεν ξοδεύει παρά ελάχιστα χρήματα, όχι μόνο τώρα που είναι άνεργη, αλλά και πριν απ' αυτό.
Eίναι ένα πολύ ώριμο παιδί με μια βαθιά μελαγχολία, δεν της χαρίστηκε ποτέ τίποτα, αντιθέτως, θα μπορούσε να είναι χαρούμενη συνεχώς κι ευτυχισμένη, ώρες ώρες οικτίρω τον εαυτό μου που δεν μπορώ να της χαρίσω όλο τον κόσμο για να είναι, της αξίζει άλλωστε...

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Mια γεύση





Weinfest dernauer 2011

Και έφτασε η κορύφωση της γιορτής, το Σάββατο το βράδυ χιλιάδες επισκέπτες με ένα ποτήρι στο χέρι που πολύ γρήγορα άδειαζε και ξαναγέμιζε κι άλλες φορές πετιόταν ή αφηνόταν σε περβάζια παραθύρων, παγκάκια, πεζοδρόμια και όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος, στην κεντρική πλατεία η ορχήστρα έπαιζε τα γνωστά πια γερμανικά τραγούδια, αυτά που όλοι πιάνονται με όλους και λικνίζονται απο τη μια και απο την άλλη πλευρά στο ρυθμό.
Ασθενοφόρα πήγαιναν και ερχόντουσαν με τις σειρήνες να ουρλιάζουν γιατί πολλοί απο τους πότες έπιναν μέχρι να πέσουν κάτω, αυτό συνεχίστηκε όλη τη νύχτα και άνθρωποι των πρώτων βοηθειών έτρεχαν εδώ κι εκεί. Εχεις δει κανένα ασθενοφόρο σε πανηγύρι στην Ελλάδα μου είπε ο Κ, ούτε μισό απάντησα.
Εμείς αράξαμε στην πλατεία και με τα πολλά παρασυρθήκαμε στο ρυθμό που άρχισε να γίνεται πιο γνώριμος, γριές άνω των 70 χόρευαν βάλς και στροβιλίζονταν με τους καβαλιέρους να τρεκλίζουν απ το κρασί, κάναμε μερικές χορευτικές φιγούρες και παρά το ότι το κέφι χτύπησε κόκκινο, φύγαμε και συνεχίσαμε το χορό στο σπίτι όπου ο Κ έβαλε τέρμα disco επιτυχίες παλαιότερες της γενιάς μου και αρχίσαμε να χορεύουμε σα κατσίκια στο σαλόνι απο τη μια άκρη ως την άλλη και να εναλλασόμαστε κάνοντας φούρλες.
Την άλλη μέρα ήταν η παρέλαση των αρμάτων που ήταν περισσότερα απο 60 όπως έλεγε το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, έτσι πήγαμε σε σπίτι γνωστών με πολλούς Έλληνες που είχαν στρώσει τραπέζια πέρα ως πέρα έξω απο το σπίτι που ήταν πρώτο τραπέζι πίστα για την παρέλαση, τα εδέσματα ήταν <αυθεντικά> γερμανικά με την τυρόπιτα και τη σπανακόπιτα να κυριαρχούν, διάφορα κέικ που το ένα ήταν τόσο φανταχτερό που ήθελα να πάω να το δαγκώσω αλλά ένεκα η θέση μου, συγκρατήθηκα...κεραστήκαμε κρασιά και αρχίσαμε να βλέπουμε την παρέλαση που μόλις είχε αρχίσει και τι έκπληξη πρώτο άρμα ποιο ήταν? εδώ σε θέλω, όσο και να ψάξεις δε θα το βρεις, ο παρθενώνας παρακαλώ πολύ, με ευρώ να κρέμονται απο τις κολώνες του! ο Διόνυσος πάνω που έπινε τα κρασιά του και ένα πανώ που έγραφε πουλήστε τον για να ξεχρεώσετε... αμέ! οι υπόλοιποι πάνω στο άρμα πετούσαν στον κόσμο ψεύτικα τυπωμένα ευρώ που τα έπαιρναν οι Γερμανοί του τραπεζιού και τα έδιναν σ' εμάς που είμασταν οι Ελληνες και που σίγουρα τα είχαμε ανάγκη!
Η παρέλαση συνεχίστηκε με πλήθος αρμάτων απο τα πρώτα χρόνια της Γερμανικής ιστορίας μέχρι την εποχή μας, πολλές φιλαρμονικές, πολλά γκρούπ με θέματα απο το κρασί αλλά και άλλα, τη βασίλισσα του κρασιού τη φετινή και την περυσινή που μάλιστα καταγόταν κι απ το χωριό και ήταν μεγάλη τιμή και το γάιδαρο που ήταν το σήμα κατατεθέν του χωριού έτσι κι αλλιώς, μιας και κάποτε σε καιρό πολέμου, χάρη στα γαιδούρια το χωριό είχε πρόσβαση σε τροφή και είδη πρώτης ανάγκης.
Η παρέλαση κάποτε τελείωσε, εμείς περιπλανηθήκαμε στις καντίνες για να φάμε κάτι και στο τέλος καταλήξαμε στο κρασάδικο που είχαν μαζευτεί οι υπόλοιποι Ελληνες να δίνουμε εξηγήσεις για την κρίση.
Αισθάνθηκα το λιγότερο σαν τον ΓΑΠ που προσπαθεί να εξηγήσει στους εταίρους μας τα ανεξήγητα και δεν τον πιστεύει κανείς, αλλά δεν αρπάχτηκα για να μην καταχραστώ της φιλοξενίας στο τραπέζι τους.
Ειδικά εκείνον με την καούκα που ήταν κι ο πιο εριστικός μου ρθε να του την αρπάξω και να την πετάξω στο πάτωμα, αλλά έδωσα τόπο στην οργή, δε θέλω να μας δικαιολογήσουν επειδή είναι ελληνες, αλλά δε φταίμε όλοι, ούτε καθόμαστε όλοι και τρώμε τα λεφτά των επιδοτήσεων της ΕΕ ενώ αυτοί δουλεύουν, έλεος!
Την επόμενη μέρα περιπλανηθήκαμε στο εμπορικό κέντρο της Βόννης με ζέστη και ψιλοσυνεφιά αλλά τουλάχιστον φχαριστηθήκαμε μαγαζιά και το βράδυ αργά πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το αεροδρόμιο.
Η επαρχιακή Γερμανία ήταν πολύ όμορφη, καθαρή, μες το πράσινο και τη φύση, και με πολύ κέφι, νομίζω πως άνετα κάποιος Έλληνας μπουχτισμένος απο την πόλη και την ασχήμια, αλλά και όλα αυτά που συμβαίνουν εδώ, εγκαθίσταται εκεί, πολύ άνετα άυριο κιόλας μη σου πω!

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Βόννη - Κολωνία στις πόλεις της μετανάστευσης

Φτάσαμε βράδυ στη Βόννη για την πρώτη επίσκεψη, βάλαμε το αυτοκίνητο στο πάρκιν του πανεπιστημίου και περπατήσαμε την περιοχή μέχρι να φτάσουμε στην πλατεία δημαρχείου όπου μας τράβηξε η πέμπτη συμφωνία του Μπετόβεν που ακουγόταν απο τα μεγάφωνα, όταν πλησιάσαμε πλήθος κόσμου ήταν συγκεντρωμένο στην πλατεία και παρακολουθούσε ένα υπερθέαμα φώτων νερών και μουσικής, τα συντριβάνια χόρευαν στο ρυθμό της μουσικής, τον Μπετόβεν ακολούθησε ο Μότσαρτ και μετά ο Μπιζέ με την Κάρμεν του.
Φυσικά δεν έλειπαν οι γνωστές καντίνες με ουρές απο κόσμο που περίμενε να φάει τα γνωστά κάρυ βουρστ με τις πατάτες και να πιεί λίτρα απο μπύρες, δεν περιμέναμε να τελειώσει το θέαμα και περπατήσαμε στους πεζόδρομους για να χαζέψουμε τις βιτρίνες των μαγαζιών και να καταλήξουμε στο ποτάμι, να κοιτάζουμε τα ποταμόπλοια και τα φώτα απο την απέναντι όχθη πίνοντας μπύρες και βλέποντας στο διπλανό πάρκο άντρες κάθε ηλικίας να παίζουν ένα παιχνίδι με βώλους.
Η Βόννη είναι μια μεγάλη πόλη που όμως δε σε πνίγει χάρη στα πάρκα της και σου δίνει μια αίσθηση πνεύματος με το πανεπιστήμιο να δεσπόζει στο κέντρο της και τις αφίσες απο το φεστιβάλ Μπετόβεν να είναι σε κάθε στύλο μαζί με τα ομοιώματα του γνωστού συνθέτη που ήταν σε κάθε βιτρίνα ασχέτως εμπορεύματος.
Εδω τώρα θα σκεφτείς εσύ εικόνες απο αφίσες που καλύπτουν κάθε ελεύθερη επιφάνεια στύλου, κολώνας, βιτρίνας και κουτιών του οτε, όχι όμως κάθε άλλο, οι αφίσες ήταν ωραιότατα μπάνερ που ήταν όμορφα στρωμένα σε συγκεκριμένα σημεία και που είμαι 100% σίγουρη ότι με το πέρας των εκδηλώσεων του φεστιβάλ θα μαζευτούν όλες μία μία.
Στη Βόννη ξαναγυρίσαμε και μέρα για να κάνουμε την καθιερωμένη βόλτα στο εμπορικό της κέντρο που παρά την κακή οικονομική μας κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω απο απαραίτη.
Την άλλη μέρα ξεκινήσαμε για την Κολωνία, εκεί κι αν είναι απαραίτητη η βόλτα στους πεζόδρομους του εμπορικού κέντρου, αλλά δυστυχώς το χρονικό περιθώριο ήταν πολύ μικρό έτσι πήγαμε στο Dom και μετά καθήσαμε μόνο σε ένα καφέ-εστιατόριο για μια μπύρα koln φυσικά τι άλλο, με θέα ζευγάρια αγοριών και κοριτσιών που πιανόταν χέρι χέρι και διάφορες fashion icon να μπαινοβγαίνουν στα μαγαζιά μιας και η περιοχή που καθήσαμε ήταν το απόλυτο gay σημείο της πόλης.
Η Κολωνία όπως έμαθα εκ των υστέρων θεωρείται η δεύτερη πόλη μετά το Σάν Φραντζίσκο σε gay πληθυσμό και εκδηλώσεις παρόμοιου τύπου, σα να λέμε συμπρωτεύουσα δηλαδή Θεσσαλονίκη...λολ
Έφαγα τον κόσμο να βρω τουριστικά ενθύμια αλλά δεν έβρισκα παρά μόνο σύμβολα της ποδοσφαιρικής ομάδας της πόλης, κι όπως είπα και προηγουμένως έχοντας τον Κ μαζί μας δεν μπορούσα να καθυστερώ υπερβολικά στα μαγαζιά οπότε γύρισα άπρακτη.
Στο γυρισμό για το χωριό, γυρίσαμε απο τον επαρχιακό δρόμο της Βόννης.
Στους επαρχιακούς δρόμους έχει όριο ταχύτητας τα 70 χιιόμετρα, που τηρείται φυσικά, αντιθέτως στις θρυλικές αούτο μπαν δεν έχει όριο κι ο καθένας μπορεί να τρέξει όσο γουστάρει.
Ο δρόμος περνούσε μέσα απο χωριά που είχαν στα πόδια τους το Ρήνο και οι μετακινήσεις γινόταν με καραβάκια στα απέναντι χωριά, πλήθος τουριστών μαζί και μείς φωτογραφιζόταν με θέα το ποτάμι ενώ πανέμορφα σπίτια έδιναν την αίσθηση του χρόνου που είχε σταματήσει κάπου στις αρχές του περασμένου αιώνα και κατοικούνταν απο ερωτευμένες πλούσιες νέες που έκαναν διακοπές για να ξεχάσουν τον έρωτά τους στην ρομαντική Ευρώπη...
Συνταξιούχοι τουρίστες κι εδώ γέμιζαν τα καφέ για το καθιερωμένο καφεδάκι με γλυκό ενώ εστιατόρια με παραδοσιακή γερμανική κουζίνα με γεύσεις όπως λουκάνικο με αίμα και λάχανο σε καλούσαν να καθίσεις στην όμορφη βεράντα τους.
Δεν καθήσαμε γιατί στο σπίτι η Μ είχε μαγειρέψει ένα ωραιότατο ελληνικό παραδοσιακό κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο και μας περίμενε να το τσακίσουμε, όπως και κάναμε άμα τη επιστροφή μας.
Στο μεταξύ στο χωριό οι ετοιμασίες για τη μεγάλη τετραήμερη γιορτή του κρασιού κορυφώνονταν, όλα ήταν έτοιμα για το βράδυ, οι καντίνες είχαν στηθεί κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, οι αυλές είχαν σκουπιστεί και ετοιμαστεί να υποδεχτούν τον κόσμο και τα φωτορυθμικά με τα ηχοσυστήματα είχαν συναρμολογηθεί για να πλαισιώσουν τις αυτοσχέδιες disco.
To βράδυ παρά την κούραση απ το ολοήμερο περπάτημα και τη βαρεμάρα που μας έπιασε, δεν μπορούσαμε να μην πάμε στο στέκι δίπλα στην εκκλησία που υπήρχε ορχήστρα που έπαιζε παραδοσιακά αλλά και κλασσικά ροκ τραγούδια με τους γερμανούς κάθε ηλικίας να πίνουν λίτρα κρασιού και να χορεύουν πιασμένοι απο τη μέση σε κλασσικούς γερμανικούς ρυθμούς.
Αλλά για τις επόμενες μέρες των γιορτών θα συνεχίσω σε άλλο πόστ....

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Dernau-Luxemburg

Που να στα λέω, μέσα σε όλες αυτές τις μέρες που χάθηκα απο δω και τι δεν έκανα με αποκορύφωμα ένα ταξίδι στην επαρχιακή Γερμανία που γύρισα γεμάτη εικόνες και χρώματα.
Τρίτη απόγευμα βρέθηκα σε μικρό χωριό της Κολωνίας όπου στρογγυλοκάθησα, για την ακρίβεια δεν έβαλα κώλο κάτω, για μια βδομάδα.
Το χωριό απ' αυτά που σίγουρα έχεις δει σε κάρτ ποστάλ ή ντοκυμαντέρ, λίγα σπίτια το πολύ πενήντα, στο γνωστό Γερμανικό ρυθμό με επικλινείς στέγες, λουλούδια στα παράθυρα, πεντακάθαρα δρομάκια, και γηραλέους τουρίστες με μπαστούνια περιπατητών να το διασχίζουν ερχόμενοι απο το παρακείμενο δάσος, ποδηλάτες με φούλ εξοπλισμό και τουρίστες σαν και μένα να κοιτούν απορημένοι τις καινούργιες καθαρές εικόνες.
Βλέποντας κάθε χωριό και κάθε πόλη κάπως έτσι, δεν μπορείς να μην σκεφτείς πως είναι τόσο νοικοκυρεμένα και αυτο φαίνεται κι απο αυτό το πολύ απλό παράδειγμα, κάνε τώρα τη σύγκριση με μια δική μας εικόνα και θα καταλάβεις, σκέψου ένα αντίστοιχο δικό μας χωριό οπουδήποτε στην επαρχία, ή ένα δικό μας δάσος και μην βάλεις την εξαίρεση.
Με το δάσος δίπλα και τα αμπέλια να ζώνουν το χωριό σου ρχεται να περπατήσεις ακόμη κι αν δεν είναι το καλύτερό σου, έτσι πήραμε τους δρόμους τους λόγγους και τα υψηπεδή αμπέλια και περπατήσαμε μέχρι να μας πονέσουν τα πόδια.
Το βράδυ μας βρήκε να πίνουμε σαγκρίες να καπνίζουμε μανιωδώς, ακόμα κι εγώ, φαίνεται πως τόσος καθαρός αέρας μου ρθε πολύς, και να τρώμε απο φρούτα μέχρι τυρογαριδάκια συνεχώς.
Την άλλη μέρα είπαμε να εκδράμουμε σε πόλη και τι πιο απλό να περνούσαμε τα σύνορα για Βέλγιο, Λουξεμβούργο ή Ολλανδία?
Ομόφωνα συμφωνήσαμε για Λουξεμβούργο γιατί είπαμε ότι σιγά μην πάμε ποτέ στο Λουξεμβούργο, ενώ Βρυξέλες όλο και θα τύχει, οπότε καβαλήσαμε το κάμπριο γκόλφ και οδήγησα στους Γερμανικούς δρόμους με προορισμό το Λουξεμβούργο που απείχε κάπου 2 ώρες απο εκεί που βρισκόμασταν.
Αφού μας μπέρδεψαν κάτι έργα εμάς αλλά και το gps και με καθυστέρηση μιας ώρας φτάσαμε σε ένα απο τα πλουσιότερα κρατίδια της Ευρώπης, εννοείτε ότι τα σύνορα ήταν σαν διόδια και δε μας έλεγξε κανείς και μπήκαμε στην πόλη του Λουξεμβούργου, αφού διανύσαμε την επαρχία με τα περιποιημένα χωράφια και τις καλοζωισμένες αγελάδες, μπαίνοντας στο Λουξεμβούργο αυτό που αντικρύζεις είναι ψηλά κτίρια σαν ουρανοξύστες που στεγάζουν τις πολυεθνικές, εργαζόμενους που έκαναν το lunch break τους ή περπατούσαν στους δρόμους με υπέρκομψα κοστούμια ψηλοί και ευθυτενείς όλοι τους σχεδόν και με έναν αέρα που απείχε έτη φωτός απο τους χωριάτες Γερμανούς.
Παρκάραμε στο σταθμό, και διασχίσαμε την πόλη σε πολύ λιγότερο απο δύο ώρες αφού το εμπορικό κέντρο της και η παλιά πόλη ήταν δίπλα δίπλα με τις αποστάσεις να είναι πολύ πολύ μικρές.
Στο κέντρο επικρατούσε μια ησυχία και μια ανωτερότητα, τύπου άμα βήξω θα με κοιτάξουν παραξενεμένοι, στα μαγαζιά μας μιλούσαν στα Γαλλικά, αλλά συνενοούνταν και στα Γερμανικά και Αγγλικά, ο κόσμος που κυκλοφορούσε ήταν φοιτητές, μαθητές, και ηλικιωμένοι που όλοι μα όλοι έπιναν τον καφέ με συνοδεία κάτι λαχταριστα γλυκά, που εννοείτε ότι δοκίμασα σε ένα πολύ Γαλλικό καφέ, εντάξι, αν δεν έχεις φάει γλυκό στο Λουξεμβούργο δεν ξέρεις τι είναι κρεμ πατισερί, αυτό έχω να πω.
Ξέρω και στη Γαλλία κάπως έτσι θα είναι, αλλά έχω πολλά χρόνια να πάω στο Παρίσι και δε θυμάμαι, μη με ρωτάς.
Περιτό να πω ότι κάποια στιγμή που κατουρήθηκα και θέλησα να πάω τουαλέτα πλήρωσα ένα ολόκληρο ευρώ στα Μακ ντόναλτς και όλες μα όλες οι τουαλέτες των μαγαζιών στο κέντρο ήταν επί πληρωμή για τους μη πελάτες.
Βγάλαμε φωτογραφίες παντού, φάγαμε κάτι πρόχειρο και αφού χαζέψαμε σε διάφορα μαγαζιά πήραμε το δρόμο της επιστροφής κάπως θλιμένοι που δε ζούμε εκεί να παίρνουμε δέκα χιλιάδες ευρώ μισθό το μήνα και να βρισκόμαστε κάθε βδομάδα σε άλλο κράτος για εκδρομή.
Την άλλη μέρα το πρόγραμμα είχε ποδηλατάδα στο χωριό σε μια απόσταση 6 χιλιομέτρων που την κάναμε με τα ρούχα να με στενεύουν κάπως, το παντελόνι δηλαδή και τη σέλα απο το ποδήλατο του Κ να μου μπαίνει στον κώλο και κάθε λίγα μέτρα να θέλω να σταματάω όχι τόσο για τις άπειρες φωτογραφίες που ήθελα να βγάζω, όσο για το ότι πιανόμουν κι ήθελα να μετακινούμε συνεχώς.
Η διαδρομή απο τον ποδηλατόδρομο περιελάμβανε ποταμάκι μικρό, ρυάκι το λες που όμως είχε ψαρούκλες στα πεντακάθαρα νερά του, τις είδα πίστεψέ με! κοντοκουρεμένα χορτάρια δίπλα απο τον ποδηλατόδρομο, τεράστια δένδρα με σκιά που σκοτείνιαζε το φως του ήλιου, ναι είχε ήλιο σχεδόν όλες τις μέρες που είμασταν εκεί και μάλιστα 2 μέρες σχεδόν καύσωνα για τα δεδομένα της Γερμανίας, αμπέλια περιποιημένα άλλα με τα τσαμπιά να κρέμονται και άλλα που τα είχαν κόψει, μοναστήρι που ήταν σα κάστρο σπίτια κατά μήκος του ποδηλατόδρομου περιποιημένα με τις αυλές τους και με τα λουλούδια τους, σχολείο που ήταν στη μισή διαδρομή και όλα τα παιδιά απο το μικρότερο ως το μεγαλύτερο πηγαινοερχόταν με ποδήλατο ή με τα πόδια το ίδιο και οι καθηγητές - δάσκαλοι, κάμπερς που αράζαν στις ξαπλώστρες έξω απο τα τροχοκινούμενά τους, παρέα που έκανε πικ νικ και εννοείτε ότι δεν υπήρχε ούτε μισό σκουπίδι πουθενά.
Πήγαμε σε δυο διπλανά χωριά, κάναμε βόλτες, φάγαμε κάτι μοσχομυριστές βάφλες και επιστρέψαμε στο σπίτι όπου μας περίμεναν για βραδυνή βόλτα στη Βόννη, αλλά λέω να συνεχίσω σε άλλο πόστ για τη Βόννη.....