Follow by Email

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

Κι αν κολυμπούσαμε?

Το μεσημέρι η πόλη έβραζε, μαζί και το αυτοκίνητο, κάποιος είπε ότι θα ανέβει η θερμοκρασία σαράντα βαθμούς, δεν έπεσε έξω, το θερμόμετρο του αυτοκινήτου έδειξε μόλις τρεις βαθμούς πιο κάτω απ τους σαράντα, στο κέντρο θα τα είχε πιάσει σίγουρα, αλλά εγώ πήρα τον αυτοκινητόδρομο που οδηγεί έξω απ την πόλη. Το ραδιόφωνο έπαιζε ακόμα τον ίδιο σταθμό μισή ώρα μετά που βγήκαμε απ την πόλη, αλλά σε λίγο άρχισαν τα παράσιτα κι έπιασες ένα τυχαίο με λαικά, δεν ξέρω πόσο σ' αγαπώ τραγουδούσε κάποια μαζί με την Μοσχολιού και μετά ένα πολύ παλιό που έλεγε, την Κυριακή αυτή κάτι μου λείπει, και την Παρασκευή σκεφτόμουν απο μέσα μου και την Παρασκευή, και ανοιγόκλεισα τα μάτια μου που έτσουζαν δυο τρεις φορές ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον καθρέφτη....
Βρεθήκαμε σε ένα παραθαλάσσιο χωριό που ζούσε ακόμα στο τέλος της δεκαετίας του '70, η θάλασσα ήταν λάδι, μαγιό δεν είχαμε μαζί μας, επίτηδες δεν το πήρα, αν και μετάνιωσα γιαυτό βλέποντας την, η ατμόσφαιρα μύριζε κουνουπέλαιο, τα δυό μπαρ της παραλίας συναγωνίζονταν ποιο θα βάλει πιο δυνατά τη μουσική να σκεπάσει το άλλο, ακόμα και ο φρέντο είχε κάτι το παλιακό με μπόλικη πασπαλισμένη κανέλα απο πάνω, εξω απο ένα σπίτι στο πεζοδρόμιο καθόταν με τις καρεκλίτσες τους καμμιά δεκαριά γριές, κάτι χταπόδια λιαζόταν κρεμασμένα απο ένα σκοινί, δυο δεκατριάχρονα βρεχόταν με τα ρούχα κάτω απ το ντουζ της παραλίας, στο μυαλό μου σχηματιζόταν πλάνο πλάνο εικόνες απο μια ταινία που θα έκανα αν ήμουν σκηνοθέτης, αλλά δεν είμαι, χωρίς αυτό να είναι κάτι απαραίτητα κακό. Πόσο λαχτάρησα να κολυμπήσουμε σε κείνη τη θάλασσα, πως λαχταρούσα να μείνουμε εκεί, να πιούμε ούζα μέχρι αργά σε μια αυλή με φοίνικες και αναμένες δάδες, να προσποιούμαστε ότι δεν τρέχει τίποτα, ότι είμαστε-είμαι αλώβητη, με ανθρώπους που μας έχουν συνδυάσει μαζί, χωρίς να ξέρουν τίποτα, τι υπέροχη λέξη, συνδυασμός...ένα σούρουπο δίπλα σε μια θάλασσα λάδι που είμασταν έτοιμες να μπούμε και δεν μπήκαμε......